Ανεύρυσμα: Αιτίες, Συμπτώματα και Αντιμετώπιση

Θα μάθετε
Το ανεύρυσμα είναι εξασθένηση του τοιχώματος μιας αρτηρίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε διάταση ή σε σχηματισμό μιας προεξοχής. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα ανευρύσματα δεν προκαλούν συμπτώματα και δεν θεωρούνται επικίνδυνα, όμως υπό συγκεκριμένες συνθήκες είναι δυνατό να ραγούν, προκαλώντας σοβαρή εσωτερική αιμορραγία. Ορισμένα ανευρύσματα σχετίζονται με κληρονομικούς παράγοντες, ενώ άλλα εμφανίζονται ως συνέπεια νοσημάτων των αγγείων ή μετά από τραυματισμούς. Το κάπνισμα, η υψηλή αρτηριακή πίεση και η αυξημένη χοληστερόλη επίσης αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης ανευρύσματος.
Βασικά στοιχεία για τα ανευρύσματα
- Τα ανευρύσματα μπορούν να παρουσιαστούν σε διαφορετικές αρτηρίες, αλλά συχνότερα εντοπίζονται στον εγκέφαλο και στα αγγεία που τροφοδοτούν την καρδιά.
- Όταν ένα ανεύρυσμα σπάσει, προκύπτει εσωτερική αιμορραγία που μπορεί να αποβεί θανατηφόρα.
- Η πιθανότητα ανάπτυξης και ρήξης ανευρύσματος επηρεάζεται από τους ατομικούς παράγοντες υγείας κάθε ανθρώπου.
- Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται χειρουργική αντιμετώπιση, όμως δεν είναι πάντα απαραίτητη η επέμβαση.
Τύποι ανευρύσματος
Η κατηγοριοποίηση των ανευρυσμάτων γίνεται κυρίως με βάση το σημείο του σώματος όπου εμφανίζονται. Πιο συχνά ανευρίσκονται στον εγκέφαλο και στην αορτή, δηλαδή στη μεγαλύτερη αρτηρία του οργανισμού. Ανάλογα με το σχήμα τους, διακρίνονται σε:
- Ατρακτοειδή, όπου η διάταση αφορά ολόκληρη την περίμετρο του αγγείου.
- Σακοειδή, όπου η διόγκωση εντοπίζεται στη μία πλευρά του αγγειακού τοιχώματος.
Ο κίνδυνος ρήξης σχετίζεται με το μέγεθος του ανευρύσματος.
Ανεύρυσμα αορτής
Η αορτή είναι η μεγάλη αρτηρία που ξεκινά από την αριστερή κοιλία της καρδιάς και πορεύεται μέσα από τον θώρακα και την κοιλιακή χώρα. Η διάμετρος μιας υγιούς αορτής βρίσκεται συνήθως μεταξύ 2 και 3 εκατοστών, ενώ σε ανεύρυσμα μπορεί να αυξηθεί πάνω από τα 5 εκατοστά. Η συχνότερη μορφή είναι το ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, που σχηματίζεται στο τμήμα της αορτής μέσα στην κοιλιά. Όταν η διάμετρος ξεπεράσει τα 6 εκατοστά και δεν γίνει χειρουργική αντιμετώπιση, η πιθανότητα επιβίωσης ανά έτος περιορίζεται στο 20%. Η ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής μπορεί να είναι θανατηφόρα, ωστόσο αν ο ασθενής φτάσει εγκαίρως στο νοσοκομείο, η πιθανότητα επιβίωσης αυξάνεται έως 50%. Λιγότερο συχνό είναι το ανεύρυσμα θωρακικής αορτής, το οποίο αφορά το τμήμα της αορτής στον θώρακα. Χωρίς θεραπεία, η επιβίωση αναφέρεται στο 56%, ενώ μετά από επέμβαση φτάνει το 85%. Το ανεύρυσμα θωρακικής αορτής αντιστοιχεί περίπου στο 25% όλων των ανευρυσμάτων αορτής.
Εγκεφαλικό ανεύρυσμα
Τα ανευρύσματα που δημιουργούνται στα αγγεία του εγκεφάλου αναφέρονται και ως ενδοκράνια ανευρύσματα. Λόγω της εικόνας τους, περιγράφονται μερικές φορές ως ανευρύσματα τύπου «μούρου». Αν ένα εγκεφαλικό ανεύρυσμα ραγεί, μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο μέσα σε 24 ώρες. Περίπου 40% των περιπτώσεων καταλήγουν, ενώ όσοι επιβιώσουν συχνά αντιμετωπίζουν νευρολογικές βλάβες ή αναπηρία. Η ρήξη εγκεφαλικού ανευρύσματος αποτελεί την πιο συχνή αιτία υπαραχνοειδούς αιμορραγίας, μιας σοβαρής μορφής εγκεφαλικού επεισοδίου.
Περιφερικό ανεύρυσμα
Ανευρύσματα μπορεί να εμφανιστούν και σε άλλες αρτηρίες του σώματος. Οι συχνότεροι τύποι περιφερικών ανευρυσμάτων είναι:
- Ανεύρυσμα ιγνυακής αρτηρίας, που σχηματίζεται πίσω από το γόνατο και αποτελεί το συχνότερο περιφερικό ανεύρυσμα.
- Ανεύρυσμα σπληνικής αρτηρίας, που αφορά τα αγγεία του σπλήνα.
- Ανεύρυσμα μεσεντέριων αρτηριών, το οποίο επηρεάζει τα αγγεία που αιματώνουν το έντερο.
- Ανεύρυσμα μηριαίας αρτηρίας, το οποίο εντοπίζεται σε αγγεία της βουβωνικής περιοχής.
- Ανεύρυσμα καρωτίδας, που ανιχνεύεται στα αγγεία του τραχήλου.
- Ανεύρυσμα σπλάχνων, που αφορά αγγεία τα οποία τροφοδοτούν με αίμα το έντερο ή τους νεφρούς.
Αντιμετώπιση ανευρύσματος
Δεν απαιτείται πάντα ενεργή θεραπεία. Όταν το ανεύρυσμα δεν έχει ραγεί και δεν προκαλεί ενοχλήματα, μπορεί να επιλεγεί παρακολούθηση. Αντίθετα, σε περίπτωση ρήξης χρειάζεται άμεση χειρουργική παρέμβαση, καθώς χωρίς αντιμετώπιση η κατάσταση είναι συνήθως θανατηφόρα.
Επιλογές θεραπείας για ανεύρυσμα αορτής
Όταν το ανεύρυσμα της αορτής δεν έχει ραγεί και δεν υπάρχουν συμπτώματα, ο γιατρός μπορεί να προτείνει απλή παρακολούθηση. Η στρατηγική αντιμετώπισης ενδέχεται να περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και προληπτικά μέτρα ή να κατευθυνθεί προς χειρουργική θεραπεία. Η απόφαση για χειρουργείο επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες:
- Η ηλικία, η συνολική κατάσταση υγείας, άλλα νοσήματα και η προσωπική επιλογή του ασθενούς.
- Το μέγεθος του ανευρύσματος, η εντόπιση (θώρακας ή κοιλιά) και ο ρυθμός αύξησής του.
- Η παρουσία επίμονου κοιλιακού πόνου ή ο κίνδυνος θρομβοεμβολής, όπου σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη η επέμβαση.
Τα μεγάλα ανευρύσματα αορτής ή εκείνα που μεγαλώνουν γρήγορα αντιμετωπίζονται συχνότερα χειρουργικά. Οι δύο βασικές χειρουργικές προσεγγίσεις είναι:
- Ανοικτή χειρουργική, με τοποθέτηση μοσχεύματος από συνθετικό υλικό ή ενδοπρόθεσης (stent-graft).
- Ενδαγγειακή τοποθέτηση stent, με αποκλεισμό του ανευρύσματος μέσω μικρής τομής στη βουβωνική χώρα και χρήση καθετήρα.
Οι κίνδυνοι της ενδαγγειακής επέμβασης μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Αιμορραγία γύρω από το εμφύτευμα.
- Απόφραξη αγγείων.
- Βλάβη νεύρων που μπορεί να προκαλέσει πόνο, αδυναμία ή μούδιασμα στα πόδια.
- Διαταραχές στη νεφρική λειτουργία.
- Μειωμένη αιμάτωση οργάνων.
- Στυτική δυσλειτουργία.
- Αποτυχία της διαδικασίας με ανάγκη μετατροπής σε ανοικτή επέμβαση.
- Μετακίνηση του stent που ενδέχεται να οδηγήσει σε πρόσθετη χειρουργική παρέμβαση.
Επιλογές θεραπείας για εγκεφαλικό ανεύρυσμα
Ένα ραγέν εγκεφαλικό ανεύρυσμα συνήθως απαιτεί άμεση χειρουργική αντιμετώπιση. Αν δεν έχει σπάσει, είναι πιθανό να επιλεγεί παρακολούθηση, επειδή η χειρουργική παρέμβαση μπορεί να ενέχει σημαντικό κίνδυνο εγκεφαλικής βλάβης. Όπως και στα ανευρύσματα αορτής, η πιθανότητα ρήξης εξαρτάται από το μέγεθος και τη θέση του ανευρύσματος. Όταν ο κίνδυνος κρίνεται αυξημένος, μπορεί να γίνει επέμβαση για να αποκλειστεί το ανεύρυσμα και να μειωθεί η πιθανότητα επαναιμορραγίας.
Συμπτώματα ανευρύσματος
Τα περισσότερα ανευρύσματα δεν δίνουν συμπτώματα μέχρι να συμβεί ρήξη. Παρ’ όλα αυτά, ένα μη ραγέν ανεύρυσμα μπορεί να επηρεάσει την αιμάτωση γειτονικών ιστών ή να ευνοήσει τον σχηματισμό θρόμβων, οι οποίοι μπορούν να φράξουν μικρότερα αγγεία. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται θρομβοεμβολή και μπορεί να προκαλέσει ισχαιμικό εγκεφαλικό ή άλλες επικίνδυνες επιπλοκές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω μεγέθους ή位置, το ανεύρυσμα προκαλεί ενοχλήματα. Για παράδειγμα, ένα ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής που μεγαλώνει μπορεί να οδηγήσει σε:
- Πόνο στην κοιλιά ή στη μέση χαμηλά.
- Αίσθηση παλμών στην κοιλιακή χώρα.
Ένα ανεύρυσμα θωρακικής αορτής μπορεί να πιέζει νεύρα ή αγγεία γύρω του και να προκαλεί:
- Δυσκολία στην κατάποση ή στην αναπνοή.
- Πόνο στη γνάθο, στο στήθος ή στο άνω μέρος της πλάτης.
Μερικές φορές τα συμπτώματα σχετίζονται με την αρχική αιτία. Ενδεικτικά, όταν το ανεύρυσμα συνδέεται με φλεγμονή των αγγείων (αγγειίτιδα), μπορεί να εμφανιστούν:
- Πυρετός.
- Γενική αδυναμία.
- Απώλεια βάρους.
Επιπλοκές ανευρύσματος
Πολλοί άνθρωποι με ανεύρυσμα δεν εμφανίζουν επιπλοκές, ωστόσο η ρήξη μπορεί να είναι το πρώτο σημάδι της πάθησης. Οι κυριότερες επιπλοκές είναι:
- Έντονος πόνος στο στήθος ή στην πλάτη, που μπορεί να υποδηλώνει ρήξη ανευρύσματος αορτής.
- Στηθάγχη, καθώς ορισμένα ανευρύσματα μπορεί να προκαλέσουν θωρακικό πόνο που ενδέχεται να οδηγήσει σε έμφραγμα.
- Αιφνίδιος και πολύ ισχυρός πονοκέφαλος, που αποτελεί βασικό σύμπτωμα ρήξης εγκεφαλικού ανευρύσματος.
- Χαμηλή αρτηριακή πίεση, ταχυκαρδία και ζάλη, που είναι τυπικά σημεία ρήξης ανευρύσματος.
Αίτια ανευρύσματος
Ένα ανεύρυσμα μπορεί να δημιουργηθεί σε οποιοδήποτε σημείο όπου η πίεση του αίματος επιβαρύνει και αποδυναμώνει το αρτηριακό τοίχωμα. Δεν είναι πάντα απολύτως ξεκάθαρο γιατί το τοίχωμα μιας αρτηρίας εξασθενεί και διατείνεται. Κάποια ανευρύσματα είναι συγγενή, δηλαδή υπάρχουν από τη γέννηση ως ανωμαλία της αρτηρίας. Η διαχωριστική αορτική διάτμηση αποτελεί μία από τις πιθανές αιτίες ανευρύσματος αορτής. Πρόκειται για κατάσταση όπου το αίμα εισέρχεται σε σχισμή του αρτηριακού τοιχώματος και το διαχωρίζει σε στρώματα. Αν η ρήξη συμβεί στο εσωτερικό στρώμα, το αίμα μπορεί να διεισδύσει μέσα στο τοίχωμα και να αυξήσει τον κίνδυνο ρήξης. Κατά τη διαχωριστική διάτμηση της αορτής, οι ασθενείς συχνά περιγράφουν ξαφνικό, πολύ έντονο πόνο στο στήθος που μπορεί να αντανακλά στην πλάτη. Αν η εξέλιξη συνεχιστεί, μπορεί να εμφανιστεί καρδιακός επιπωματισμός, δηλαδή συσσώρευση αίματος γύρω από την καρδιά που δυσκολεύει τη φυσιολογική λειτουργία της.
Παράγοντες κινδύνου
Ορισμένες επιλογές τρόπου ζωής και παθήσεις μπορούν να αυξήσουν την πιθανότητα ανάπτυξης ανευρύσματος. Οι βασικοί παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν:
- Κάπνισμα, το οποίο αυξάνει τόσο την πιθανότητα εμφάνισης όσο και τον κίνδυνο ρήξης.
- Υψηλή αρτηριακή πίεση, που επιβαρύνει περισσότερο τις αρτηρίες.
- Μη ισορροπημένη διατροφή, η οποία μπορεί να συμβάλει στην αποδυνάμωση των αγγείων.
- Χαμηλή σωματική δραστηριότητα, που αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.
- Παχυσαρκία, που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την υγεία των αγγείων.
Από όλους τους παράγοντες κινδύνου, το κάπνισμα θεωρείται το πιο επιβαρυντικό, ιδιαίτερα σε σχέση με το ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Δεν αυξάνει μόνο την πιθανότητα δημιουργίας ανευρύσματος, αλλά συνδέεται και με μεγαλύτερη πιθανότητα ρήξης. Οι τακτικοί ιατρικοί έλεγχοι, η ρύθμιση της πίεσης και ένας υγιεινός τρόπος ζωής μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου.









