Σχιζοφρένεια: αιτίες, συμπτώματα και θεραπεία

Θα μάθετε
Η σχιζοφρένεια είναι μια ψυχική διαταραχή που μπορεί να επηρεάσει έντονα τόσο τη σωματική όσο και τη συναισθηματική κατάσταση του ατόμου. Επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου και, κατ’ επέκταση, τον τρόπο σκέψης, τη μνήμη, την αντίληψη των αισθήσεων και τη συμπεριφορά. Αυτές οι μεταβολές ενδέχεται να δυσκολεύουν τον άνθρωπο σε πολλούς τομείς της καθημερινότητας. Χωρίς θεραπεία, η σχιζοφρένεια μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά τις κοινωνικές επαφές, την επαγγελματική ζωή και τις προσωπικές σχέσεις. Παράλληλα, μπορεί να δυσκολεύει την οργάνωση της σκέψης και, λόγω διαταραγμένης συμπεριφοράς, να αυξάνει τον κίνδυνο να βρεθεί το άτομο σε επικίνδυνες συνθήκες ή να αντιμετωπίσει πρόσθετα προβλήματα υγείας.
Ποιοι είναι οι τύποι της σχιζοφρένειας;
Στο παρελθόν, οι ψυχίατροι διαχώριζαν τη σχιζοφρένεια σε επιμέρους τύπους, όπως η παρανοϊκή ή η κατατονική μορφή. Ωστόσο, αυτή η ταξινόμηση δεν αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση. Σήμερα, η σχιζοφρένεια αντιμετωπίζεται ως κατάσταση φάσματος που περιλαμβάνει διαφορετικές σχετικές διαταραχές:
- Σχιζότυπη διαταραχή προσωπικότητας – εντάσσεται και στην κατηγορία των διαταραχών προσωπικότητας.
- Παραληρητική διαταραχή – χαρακτηρίζεται από επίμονη προσκόλληση σε εσφαλμένες πεποιθήσεις, ακόμη και όταν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις που τις διαψεύδουν.
- Βραχεία ψυχωτική διαταραχή – συνήθως εκδηλώνεται με αιφνίδιο ψυχωτικό επεισόδιο που διαρκεί από λίγες ημέρες έως έναν μήνα.
- Σχιζοφρενόμορφη διαταραχή – παρουσιάζει συμπτώματα παρόμοια με της σχιζοφρένειας, αλλά η διάρκειά τους είναι μικρότερη από έξι μήνες.
- Σχιζοσυναισθηματική διαταραχή – συνδυάζει συμπτώματα σχιζοφρένειας με διαταραχές διάθεσης, όπως κατάθλιψη ή διπολική διαταραχή.
- Άλλες διαταραχές του φάσματος της σχιζοφρένειας – όταν τα συμπτώματα δεν ταιριάζουν πλήρως σε συγκεκριμένα κριτήρια, αλλά παραπέμπουν σε χαρακτηριστικά του φάσματος, μπορεί να τεθεί διάγνωση ειδικής ή μη προσδιορισμένης διαταραχής του φάσματος της σχιζοφρένειας.
Ποιοι μπορεί να εμφανίσουν σχιζοφρένεια;
Η σχιζοφρένεια εμφανίζεται συχνότερα στους άνδρες μεταξύ 15 και 25 ετών και στις γυναίκες μεταξύ 25 και 35 ετών. Περίπου το 20% των νέων διαγνώσεων αφορά άτομα άνω των 45 ετών, με αυτά τα περιστατικά να παρατηρούνται συχνότερα σε άνδρες. Η σχιζοφρένεια στην παιδική ηλικία είναι εξαιρετικά σπάνια, αλλά όταν παρουσιαστεί, τείνει να έχει βαρύτερη μορφή και η θεραπεία να είναι πιο απαιτητική.
Πόσοι άνθρωποι έχουν σχιζοφρένεια;
Η σχιζοφρένεια θεωρείται σχετικά συχνή διαταραχή. Σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτιμάται ότι αφορά περίπου 221 άτομα ανά 100.000 κατοίκους.
Πέντε βασικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας
Πολλοί άνθρωποι που ζουν με σχιζοφρένεια μπορεί να μην αντιλαμβάνονται ότι εκδηλώνουν συμπτώματα, ενώ το περιβάλλον τους συχνά τα εντοπίζει πιο εύκολα. Τα κύρια συμπτώματα περιλαμβάνουν:
- Παραληρητικές ιδέες – εσφαλμένες πεποιθήσεις που επιμένουν ακόμη και όταν υπάρχουν ξεκάθαρες αποδείξεις ότι δεν ισχύουν. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να πιστεύει ότι άλλοι ελέγχουν τις σκέψεις, τα λόγια ή τις πράξεις του.
- Ψευδαισθήσεις – το άτομο μπορεί να θεωρεί ότι ακούει, βλέπει, μυρίζει, αγγίζει ή γεύεται κάτι που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Η συχνότερη μορφή είναι η ακουστική εμπειρία, όπως το να ακούει «φωνές».
- Αποδιοργανωμένος ή ασύνδετος λόγος – δυσκολία στη δομή και στη ροή της σκέψης κατά την ομιλία. Αυτό μπορεί να φανεί ως συνεχείς αλλαγές θέματος ή ως τόσο μπερδεμένη σκέψη ώστε οι άλλοι να μην καταλαβαίνουν τι προσπαθεί να πει.
- Αποδιοργανωμένη ή ασυνήθιστη κινητικότητα – οι κινήσεις μπορεί να είναι απρόβλεπτες ή παράξενες, όπως επαναλαμβανόμενες πράξεις χωρίς σαφή αιτία ή, αντίθετα, πλήρης έλλειψη κίνησης.
- Αρνητικά συμπτώματα – μειωμένη ικανότητα για τις συνηθισμένες λειτουργίες της καθημερινότητας. Ενδεικτικά, μπορεί να μειωθεί η έκφραση συναισθημάτων στο πρόσωπο ή η φωνή να γίνει μονότονη και «άχρωμη». Επίσης, μπορεί να χαθεί το ενδιαφέρον για κοινωνική επαφή ή για δραστηριότητες που παλαιότερα ήταν ευχάριστες.
Ως αποτέλεσμα αυτών των συμπτωμάτων, ένα άτομο μπορεί:
- Να βιώνει καχυποψία, παρανοϊκές σκέψεις ή έντονο φόβο.
- Να παραμελεί την προσωπική υγιεινή και την εμφάνιση.
- Να εμφανίζει κατάθλιψη, άγχος ή σκέψεις αυτοκτονίας.
- Να καταφεύγει σε αλκοόλ, καπνό, συνταγογραφούμενα φάρμακα ή ψυχαγωγικές ουσίες με σκοπό να μειώσει τα συμπτώματα.
Αιτίες της σχιζοφρένειας
Δεν υπάρχει μία μοναδική, σαφώς καθορισμένη αιτία για τη σχιζοφρένεια. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές αναφέρουν τρεις βασικούς παράγοντες που μπορεί να σχετίζονται με την εμφάνισή της:
- Διαταραχές στα χημικά σήματα του εγκεφάλου – μεταβολές στην ισορροπία νευροδιαβιβαστών, όπως η ντοπαμίνη και το γλουταμινικό, μπορούν να επηρεάζουν τον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των εγκεφαλικών κυττάρων.
- Προβλήματα στην ανάπτυξη του εγκεφάλου πριν από τη γέννηση – μη φυσιολογικός σχηματισμός νευρικών συνδέσεων μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης σχιζοφρένειας.
- Μειωμένη σύνδεση μεταξύ διαφορετικών περιοχών του εγκεφάλου – αυτό μπορεί να συνδέεται με διαταραχές στη σκέψη, στο συναίσθημα και στη συμπεριφορά.
Παράγοντες κινδύνου για σχιζοφρένεια
Παρότι οι ακριβείς αιτίες δεν έχουν αποσαφηνιστεί, υπάρχουν ορισμένοι παράγοντες που μπορεί να αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης της διαταραχής:
- Περιβαλλοντικοί παράγοντες – συγκεκριμένες συνθήκες φαίνεται να συνδέονται με μεγαλύτερο κίνδυνο. Για παράδειγμα, τα άτομα που γεννήθηκαν τον χειμώνα εμφανίζουν τη διαταραχή λίγο συχνότερα. Επίσης, ορισμένες λοιμώξεις ή αυτοάνοσες παθήσεις που επηρεάζουν τον εγκέφαλο μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο. Επιπλέον, η παρατεταμένη και έντονη ψυχολογική πίεση ενδέχεται να συμβάλλει στην εκδήλωση.
- Αναπτυξιακοί και περιγεννητικοί παράγοντες – προβλήματα υγείας της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη της σχιζοφρένειας. Ο κίνδυνος φαίνεται να αυξάνεται σε περιπτώσεις διαβήτη κύησης, προεκλαμψίας, υποσιτισμού ή έλλειψης βιταμίνης D. Επίσης, χαμηλό βάρος γέννησης ή επιπλοκές στον τοκετό, όπως επείγουσα καισαρική τομή, μπορεί να συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο.
- Χρήση ναρκωτικών ουσιών – η σχιζοφρένεια έχει συσχετιστεί με τη χρήση ορισμένων ψυχοδραστικών ουσιών, ιδίως όταν η χρήση είναι συχνή/σε μεγάλες ποσότητες και ξεκινά σε μικρή ηλικία. Η πιο καλά μελετημένη σχέση αφορά τη χρήση κάνναβης στην εφηβεία, χωρίς να είναι ξεκάθαρο μέχρι σήμερα αν η κάνναβη προκαλεί άμεσα σχιζοφρένεια ή αν απλώς αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης.
Είναι η σχιζοφρένεια κληρονομική;
Αν και δεν έχει εντοπιστεί μία συγκεκριμένη αιτία, η κληρονομικότητα μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο. Όταν υπάρχει ιστορικό σχιζοφρένειας στην οικογένεια, ιδιαίτερα σε γονείς ή αδέλφια, η πιθανότητα να εμφανίσει κάποιος τη διαταραχή αυξάνεται αισθητά.
Διάγνωση της σχιζοφρένειας
Για τη διάγνωση, ο γιατρός εξετάζει τα συμπτώματα, θέτει ερωτήσεις και παρατηρεί τη συμπεριφορά. Παράλληλα, είναι απαραίτητο να αποκλειστούν άλλες πιθανές αιτίες που θα μπορούσαν να εξηγούν τα ίδια σημεία. Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια DSM-5, για να τεθεί διάγνωση σχιζοφρένειας απαιτούνται:
- Τουλάχιστον δύο από τα πέντε βασικά συμπτώματα.
- Διάρκεια συμπτωμάτων τουλάχιστον έναν μήνα.
- Σημαντική επίδραση των συμπτωμάτων στην εργασία, στις κοινωνικές επαφές ή στις προσωπικές σχέσεις του ασθενούς.
Ποιες εξετάσεις γίνονται για τη διάγνωση της σχιζοφρένειας;
Δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη εργαστηριακή εξέταση που να επιβεβαιώνει άμεσα τη σχιζοφρένεια. Ωστόσο, μπορούν να γίνουν διάφοροι έλεγχοι για να αποκλειστούν άλλες παθήσεις:
- Απεικονιστικές εξετάσεις – αξονική τομογραφία (CT) ή μαγνητική τομογραφία (MRI) μπορεί να βοηθήσουν στον αποκλεισμό εγκεφαλικού επεισοδίου, κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων, όγκων ή άλλων δομικών αλλοιώσεων του εγκεφάλου.
- Εξετάσεις αίματος, ούρων και εγκεφαλονωτιαίου υγρού – μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να εντοπιστούν χημικές μεταβολές ή άλλες ενδείξεις που θα μπορούσαν να εξηγούν αλλαγές στη συμπεριφορά. Με αυτόν τον τρόπο αποκλείονται, μεταξύ άλλων, δηλητηρίαση από βαρέα μέταλλα, λοιμώξεις και άλλα αίτια.
- Έλεγχος εγκεφαλικής λειτουργίας – το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG) καταγράφει την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου και βοηθά στον αποκλεισμό παθήσεων όπως η επιληψία.
Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή θεραπεία μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά την ποιότητα ζωής των ανθρώπων με σχιζοφρένεια. Αν παρατηρηθούν ενδείξεις στον εαυτό σας ή σε κοντινό σας πρόσωπο, είναι σημαντικό να ζητηθεί ιατρική βοήθεια το συντομότερο δυνατό.
Μπορεί να θεραπευτεί πλήρως η σχιζοφρένεια;
Η σχιζοφρένεια δεν θεωρείται πλήρως ιάσιμη, αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά. Ένα μικρό ποσοστό ασθενών μπορεί να αναρρώσει πλήρως, χωρίς όμως να υπάρχει τρόπος να προβλεφθεί αν θα υπάρξει υποτροπή στο μέλλον. Γι’ αυτό, οι ειδικοί περιγράφουν την κατάσταση ως ύφεση και όχι ως οριστική ίαση.
Πώς αντιμετωπίζεται η σχιζοφρένεια;
Η θεραπευτική προσέγγιση συνήθως περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ψυχοθεραπεία και στρατηγικές αυτοφροντίδας. Οι βασικές επιλογές είναι:
- Αντιψυχωσικά πρώτης και δεύτερης γενιάς – αυτά τα φάρμακα μειώνουν συμπτώματα μέσω αποκλεισμού συγκεκριμένων χημικών σημάτων στον εγκέφαλο. Παραδείγματα είναι η αλοπεριδόλη, η αριπιπραζόλη, η ολανζαπίνη, η κουετιαπίνη και άλλα. Είναι δυνατό να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως υπνηλία, αύξηση βάρους, τρόμος και επιπλέον παρενέργειες.
- Αντιψυχωσικά νεότερης γενιάς – πρόσφατα εγκρίθηκε νέο φάρμακο, η ξανομελίνη με τρόσπιο, το οποίο δρα σε χολινεργικούς και όχι σε υποδοχείς ντοπαμίνης. Σε κλινικές μελέτες, η θεραπεία αυτή μείωσε τα συμπτώματα και εμφάνισε διαφορετικό προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως ναυτία, στομαχική ενόχληση, κατακράτηση ούρων, αύξηση καρδιακού ρυθμού και δυσκοιλιότητα.
- Ψυχοθεραπεία – η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς να αναπτύξουν δεξιότητες διαχείρισης και να προσαρμοστούν καλύτερα στην καθημερινότητα. Η μακροχρόνια θεραπεία μπορεί επίσης να στηρίξει την αντιμετώπιση συνυπαρχόντων δυσκολιών, όπως άγχος, κατάθλιψη ή εξαρτήσεις.
- Ηλεκτροσπασμοθεραπεία – όταν άλλες μέθοδοι δεν αποδίδουν, μπορεί να εφαρμοστεί ηλεκτροσπασμοθεραπεία. Χρησιμοποιείται ηλεκτρικό ρεύμα για διέγερση συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου, προκαλώντας ένα σύντομο επεισόδιο σπασμών, κάτι που μπορεί να βοηθήσει σε βαριές καταστάσεις κατάθλιψης ή άγχους. Η διαδικασία γίνεται με αναισθησία, ώστε ο ασθενής να μην αισθάνεται πόνο.
Πότε θα δω βελτίωση αφού ξεκινήσω θεραπεία;
Η ανταπόκριση στη φαρμακευτική αγωγή και στην ψυχοθεραπεία διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Επειδή κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, μόνο ο θεράπων ιατρός μπορεί να καθορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια πότε αναμένεται βελτίωση. Αν οι αρχικές επιλογές δεν είναι αποτελεσματικές, μπορεί να προταθούν εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα.
Πώς μπορεί να μειωθεί ο κίνδυνος σχιζοφρένειας;
Καθώς οι επιστήμονες δεν έχουν καταλήξει με ακρίβεια στο τι προκαλεί τη σχιζοφρένεια, δεν υπάρχουν συγκεκριμένα μέτρα που να εγγυώνται πρόληψη ή σαφή μείωση κινδύνου. Παρ’ όλα αυτά, ένας υγιεινός τρόπος ζωής, η διαχείριση του στρες και η έγκαιρη αναγνώριση πρώιμων ενδείξεων μπορεί να βοηθήσουν στον καλύτερο έλεγχο της κατάστασης.
Τι να περιμένετε όταν ζείτε με σχιζοφρένεια;
Η σχιζοφρένεια δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο. Για ορισμένους, μπορεί να είναι δύσκολο να εργαστούν, να διατηρήσουν σχέσεις ή να φροντίσουν τον εαυτό τους. Παρ’ όλα αυτά, με κατάλληλη θεραπεία είναι εφικτό να ελέγχονται τα συμπτώματα, να υπάρχει εργασία, αυτονομία και στενές σχέσεις. Συχνά, η πορεία της νόσου εμφανίζεται σε κύκλους, με περιόδους επιδείνωσης και στη συνέχεια ύφεσης. Ακόμη και όταν τα συμπτώματα μειώνονται, μπορεί να μην εξαφανίζονται ολοκληρωτικά. Αν και πρόκειται για σοβαρή διαταραχή, η σωστή αντιμετώπιση μπορεί να στηρίξει μια λειτουργική ζωή και να περιορίσει την καθημερινή επιβάρυνση.
Ποια είναι η μακροπρόθεσμη πρόγνωση;
Η σχιζοφρένεια από μόνη της δεν θεωρείται θανατηφόρα, όμως οι συνέπειές της μπορούν να οδηγήσουν σε επικίνδυνες συμπεριφορές. Περίπου στο ένα τρίτο των ασθενών, τα συμπτώματα επιδεινώνονται με την πάροδο του χρόνου, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει ανταπόκριση στη θεραπεία ή όταν δεν ακολουθείται σωστά το θεραπευτικό πλάνο. Επιπλέον, περίπου το 10% των ατόμων με σχιζοφρένεια αυτοκτονούν. Άλλοι ασθενείς ανταποκρίνονται καλά στη θεραπεία, αλλά μπορεί να εμφανίζουν κατά διαστήματα υποτροπές. Σε ορισμένους, ακόμη και μετά τη θεραπεία, μπορεί να παραμένουν επίμονες δυσκολίες στη συγκέντρωση ή στις διαδικασίες σκέψης, ως αποτέλεσμα προηγούμενων επεισοδίων.









