Αστιγματισμός

0
207
astigmatizmas

Ο αστιγματισμός είναι ένα συχνό πρόβλημα όρασης που σχετίζεται με το ακανόνιστο σχήμα του κερατοειδούς. Τα συμπτώματα δεν είναι ίδια σε όλους, όμως συνήθως περιλαμβάνουν θολή εικόνα και δυσκολία όρασης σε χαμηλό φωτισμό.

Στον αστιγματισμό, ο κερατοειδής ή ο φακός του ματιού (η πρόσθια και η εσωτερική διαθλαστική επιφάνεια αντίστοιχα) δεν έχουν ομαλή καμπυλότητα. Έτσι, το φως δεν εκτρέπεται σωστά ώστε να εστιάσει στον αμφιβληστροειδή, με αποτέλεσμα η όραση να γίνεται θολή, παραμορφωμένη ή σαν «ομιχλώδης».

Μεταβολές στη διάθλαση του φωτός σχετίζονται επίσης με τη μυωπία και την υπερμετρωπία. Η μυωπία αναφέρεται ως μυωπία (myopia), ενώ η υπερμετρωπία ως υπερμετρωπία (hyperopia).

Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται αναλυτικότερα ο αστιγματισμός, οι τύποι του, οι παράγοντες κινδύνου, καθώς και οι τρόποι διάγνωσης και αντιμετώπισης.

Ποιοι είναι οι τύποι αστιγματισμού;

Ο αστιγματισμός διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες: κερατοειδικό και φακικό. Ο κερατοειδικός αστιγματισμός οφείλεται σε ανωμαλίες ή παραμορφώσεις του κερατοειδούς, ενώ ο φακικός εμφανίζεται όταν ο φακός έχει ακανόνιστο σχήμα.

Παράλληλα, μπορεί να ταξινομηθεί σε τακτικό και ακανόνιστο. Στον τακτικό αστιγματισμό, το μάτι δεν έχει απολύτως σφαιρικό σχήμα· είναι πιο «οβάλ», παρόμοιο με μπάλα ράγκμπι, γεγονός που οδηγεί σε θολή και παραμορφωμένη εικόνα.

Ο ακανόνιστος αστιγματισμός εμφανίζεται λιγότερο συχνά. Και εδώ το μάτι δεν είναι πλήρως στρογγυλό, όμως η καμπυλότητα παρουσιάζει ανομοιομορφίες. Το αποτέλεσμα είναι επίσης παραμορφωμένη και θολή όραση.

Τι προκαλεί τον αστιγματισμό;

Η ακριβής αιτιολογία του αστιγματισμού δεν είναι γνωστή, ωστόσο η κληρονομικότητα θεωρείται σημαντικός παράγοντας. Συνήθως υπάρχει από τη γέννηση, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και αργότερα. Ενδέχεται επίσης να προκύψει μετά από τραυματισμό στο μάτι ή ως συνέπεια οφθαλμικής επέμβασης. Συχνά συνυπάρχει με μυωπία ή υπερμετρωπία.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, ο αστιγματισμός σχετίζεται με μια πάθηση που ονομάζεται κερατόκωνος. Στον κερατόκωνο, ο κερατοειδής λεπταίνει και προβάλλει προς τα έξω, προκαλώντας θολή όραση και αυξημένη ενόχληση στο έντονο φως. Εκτιμάται ότι και αυτή η κατάσταση μπορεί να έχει κληρονομική βάση.

Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι το διάβασμα στο ημίφως ή σε χαμηλό φωτισμό δεν βλάπτει την όραση και δεν προκαλεί αστιγματισμό. Αν όμως υπάρχει ήδη η συγκεκριμένη διαταραχή, είναι πιθανό η όραση να φαίνεται ακόμη πιο αδύναμη όταν ο φωτισμός δεν επαρκεί.

Τι είναι οι διαθλαστικές ανωμαλίες;

Ο αστιγματισμός ανήκει στις διαθλαστικές ανωμαλίες, δηλαδή σε συχνές διαταραχές όρασης που δυσκολεύουν την καθαρή εστίαση. Το μάτι δεν κατευθύνει σωστά το φως στον αμφιβληστροειδή, με αποτέλεσμα η εικόνα να εμφανίζεται θολή, παραμορφωμένη ή ακόμη και διπλή.

Μυωπία

Η μυωπία (miopia) είναι διαθλαστική ανωμαλία κατά την οποία τα μακρινά αντικείμενα φαίνονται θολά ή αλλοιωμένα. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν πονοκέφαλοι, κόπωση των ματιών και συχνό «μισόκλεισμα» των βλεφάρων για καλύτερη εστίαση. Συνήθως προκύπτει όταν ο βολβός του ματιού είναι μεγαλύτερος από το φυσιολογικό ή όταν ο κερατοειδής είναι υπερβολικά κυρτός.

Υπερμετρωπία

Η υπερμετρωπία (hyperopia) χαρακτηρίζεται από δυσκολία εστίασης σε κοντινά αντικείμενα, ενώ τα αντικείμενα σε απόσταση συχνά φαίνονται καθαρά. Εμφανίζεται όταν ο βολβός του ματιού είναι πιο κοντός από το φυσιολογικό ή όταν ο κερατοειδής δεν έχει αρκετή καμπυλότητα.

Ποιοι έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν αστιγματισμό;

Ο αστιγματισμός μπορεί να παρουσιαστεί τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες. Η πιθανότητα είναι μεγαλύτερη όταν ισχύει ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω:

  • οικογενειακό ιστορικό αστιγματισμού ή άλλων οφθαλμικών διαταραχών, όπως ο κερατόκωνος (εκφυλιστική νόσος του κερατοειδούς),
  • ουλές στον κερατοειδή ή λέπτυνση του κερατοειδούς,
  • υψηλή μυωπία, που δυσκολεύει την όραση σε μακρινή απόσταση,
  • υψηλή υπερμετρωπία, που δυσκολεύει την όραση σε κοντινή απόσταση,
  • ιστορικό οφθαλμικών επεμβάσεων, όπως μετά από αφαίρεση καταρράκτη.

Ποια είναι τα συμπτώματα του αστιγματισμού;

Τα συμπτώματα διαφέρουν από άτομο σε άτομο και ορισμένοι μπορεί να μην αντιλαμβάνονται καν ότι έχουν πρόβλημα. Τα συνηθέστερα σημεία περιλαμβάνουν:

  • θολή, παραμορφωμένη ή «ομιχλώδη» όραση τόσο από κοντά όσο και από μακριά,
  • δυσκολία να βλέπετε καθαρά τη νύχτα,
  • κόπωση των ματιών,
  • συχνό μισόκλεισμα των ματιών,
  • ερεθισμό στα μάτια,
  • πονοκεφάλους.

Αν εντοπίζετε τέτοιου τύπου ενοχλήσεις, συνιστάται ιατρική αξιολόγηση, επειδή μπορεί να συνδέονται όχι μόνο με αστιγματισμό αλλά και με άλλες αιτίες που αφορούν την όραση ή τη γενική υγεία.

Πώς γίνεται η διάγνωση του αστιγματισμού;

Η διάγνωση τίθεται από οπτομέτρη ή οφθαλμίατρο μέσα από ολοκληρωμένο έλεγχο της όρασης και των ματιών.

Ο οπτομέτρης είναι ο επαγγελματίας υγείας που αξιολογεί προβλήματα όρασης και ορισμένες παθήσεις των ματιών. Ο οφθαλμίατρος είναι ιατρός που, πέρα από τη διάγνωση, μπορεί να προχωρήσει σε θεραπεία με φάρμακα ή και χειρουργικά.

Για τον εντοπισμό του αστιγματισμού χρησιμοποιούνται ορισμένες βασικές εξετάσεις.

Έλεγχος οπτικής οξύτητας

Κατά τον έλεγχο αυτό, το άτομο διαβάζει γράμματα από ειδικό πίνακα σε συγκεκριμένη απόσταση, ώστε να εκτιμηθεί το επίπεδο καθαρής όρασης.

Διαθλαστικός έλεγχος

Σε αυτή την εξέταση χρησιμοποιείται ειδική συσκευή με φακούς διαφορετικής ισχύος. Ο εξεταζόμενος διαβάζει τον πίνακα μέσα από διαδοχικούς φακούς μέχρι να προσδιοριστεί ο καταλληλότερος διορθωτικός φακός.

Κερατομετρία

Η κερατομετρία επιτρέπει τη μέτρηση της καμπυλότητας του κερατοειδούς. Ο ειδικός παρατηρεί το μάτι μέσω κερατομέτρου για να εκτιμήσει το σχήμα του κερατοειδούς.

Πώς καθορίζονται οι τιμές του αστιγματισμού;

Ο αστιγματισμός εκφράζεται σε διοπτρίες, οι οποίες περιγράφουν την οπτική ισχύ. Όταν δεν υπάρχει αστιγματισμός, η τιμή είναι 0. Όταν υπάρχει, συνήθως το μέγεθος είναι πάνω από 0,5. Σε χαμηλό βαθμό συχνά δεν απαιτείται αντιμετώπιση, όμως όταν η τιμή φτάνει τις 1,5 διοπτρίες ή περισσότερο, μπορεί να χρειαστούν γυαλιά ή φακοί επαφής.

Για τη διόρθωση του αστιγματισμού, στη συνταγή χρησιμοποιούνται κυρίως δύο παράμετροι:

  • κύλινδρος (CYL), που αποτυπώνει τις ανωμαλίες του κερατοειδούς ή του φακού,
  • άξονας (AXIS), που δείχνει τη θέση/κατεύθυνση της ανωμαλίας στον κερατοειδή.

Πώς αντιμετωπίζεται ο αστιγματισμός;

Ο ήπιος αστιγματισμός μπορεί να μη χρειάζεται θεραπεία. Αν όμως επηρεάζει την καθημερινή όραση, ο γιατρός μπορεί να προτείνει μία από τις παρακάτω επιλογές.

Διορθωτικοί φακοί

Τα γυαλιά και οι φακοί επαφής αποτελούν την πιο συνηθισμένη και λιγότερο παρεμβατική μέθοδο για τη διόρθωση του αστιγματισμού.

Ορθοκερατολογία (ortho-k)

Η ορθοκερατολογία βασίζεται στη χρήση ειδικών σκληρών φακών επαφής που μεταβάλλουν προσωρινά το σχήμα του κερατοειδούς. Συνήθως φοριούνται τη νύχτα και αφαιρούνται την ημέρα. Το αποτέλεσμα διατηρείται μόνο όσο συνεχίζεται η μέθοδος Ortho-K. Αν σταματήσει η χρήση των φακών, η όραση επανέρχεται στα προηγούμενα επίπεδα.

Διαθλαστική χειρουργική

Σε πιο έντονο αστιγματισμό μπορεί να εξεταστεί η χειρουργική διόρθωση. Σε αυτού του τύπου τις επεμβάσεις χρησιμοποιούνται λέιζερ ή χειρουργικά εργαλεία για να τροποποιηθεί το σχήμα του κερατοειδούς και να διορθωθεί μόνιμα ο αστιγματισμός.

Οι πιο συχνές επεμβάσεις είναι:

  • LASIK: ο χειρουργός δημιουργεί ένα λεπτό κρημνό στον κερατοειδή, στη συνέχεια με λέιζερ διαμορφώνει την καμπυλότητά του και στο τέλος επανατοποθετεί τον κρημνό.
  • PRK: με λέιζερ αλλάζει το σχήμα του κερατοειδούς ώστε οι ακτίνες φωτός να εστιάζουν σωστά στον αμφιβληστροειδή.
  • LASEK: απομακρύνεται το προστατευτικό επιφανειακό στρώμα του κερατοειδούς και μετά διορθώνεται η καμπύλη του με λέιζερ.
  • SMILE: με λέιζερ αφαιρείται ένα μικρό τμήμα ιστού από το εσωτερικό του κερατοειδούς, με στόχο την αλλαγή του σχήματός του.
  • Epi-LASIK: αφαιρείται το εξωτερικό στρώμα του κερατοειδούς και στη συνέχεια γίνεται εκ νέου διαμόρφωση με λέιζερ.

Κάθε χειρουργική παρέμβαση συνεπάγεται ορισμένους κινδύνους, γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η συζήτηση με τον γιατρό πριν ληφθεί απόφαση.

Ποιες επιπλοκές μπορεί να εμφανιστούν από τον αστιγματισμό;

Όταν ο αστιγματισμός δεν αντιμετωπίζεται, μπορεί να προκύψουν επιπλοκές. Ένα παράδειγμα είναι η αμβλυωπία (τεμπέλικο μάτι), όταν το ένα μάτι έχει πιο έντονο αστιγματισμό από το άλλο και η διαφορά δεν διορθώνεται. Επιπλέον, ο αστιγματισμός μπορεί να σχετίζεται με καταπόνηση των ματιών και πονοκεφάλους.

Και η χειρουργική αντιμετώπιση συνοδεύεται από συγκεκριμένους κινδύνους. Οι συχνότερες προσωρινές μετεγχειρητικές ενοχλήσεις συνήθως υποχωρούν μέσα σε λίγες εβδομάδες και μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • ξηροφθαλμία,
  • ευαισθησία στο φως,
  • μειωμένη όραση τη νύχτα.

Σπανιότερα, μπορεί να εμφανιστούν σοβαρότερες επιπλοκές, όπως μόνιμη επιδείνωση της όρασης ή επαναφορά της κατάστασης στα επίπεδα πριν από την επέμβαση. Για τον λόγο αυτό, πριν από οποιαδήποτε επέμβαση είναι σημαντικό να συνεκτιμηθούν όλοι οι πιθανοί κίνδυνοι.

Τα σχόλια είναι κλειστά.