Ένεση αδρεναλίνης: χρήση και παρενέργειες
Θα μάθετε
- Πότε χρησιμοποιείται η αδρεναλίνη
- Τρόπος χορήγησης της αδρεναλίνης
- Μορφές και περιεκτικότητα του φαρμάκου
- Περιορισμοί στη χορήγηση
- Κύριες προφυλάξεις κατά τη χορήγηση
- Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
- Χορήγηση σε εγκυμοσύνη, θηλασμό και ειδικές ηλικιακές ομάδες
- Κίνδυνος υπερδοσολογίας
- Σύντομη περιγραφή της αδρεναλίνης
Η ένεση αδρεναλίνης (επινεφρίνης) στην Ελλάδα χρησιμοποιείται κυρίως σε περιπτώσεις έντονων αλλεργικών αντιδράσεων, όπως το αναφυλακτικό σοκ, καθώς και για την αντιμετώπιση της υπότασης που συνδέεται με σηψαιμία. Η δράση του φαρμάκου είναι άμεση και η χορήγησή του απαιτεί ακριβή συμμόρφωση στις οδηγίες του γιατρού ή του υγειονομικού προσωπικού.
Πότε χρησιμοποιείται η αδρεναλίνη
- Για την άμεση θεραπεία της αναφυλαξίας, δηλαδή απειλητικών για τη ζωή αλλεργικών αντιδράσεων, που μπορεί να προκληθούν έπειτα από τσίμπημα εντόμου, κατανάλωση συγκεκριμένων τροφίμων ή λήψη φαρμάκων.
- Σε σοβαρά επεισόδια υπότασης που σχετίζονται με σηπτικό σοκ, με σκοπό την αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Τρόπος χορήγησης της αδρεναλίνης
Σε περίπτωση αλλεργικής αντίδρασης
- Για ενήλικες και παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 30 κιλών, η ενδομυϊκή ή υποδόρια ένεση γίνεται συνήθως στην πλαϊνή περιοχή του μηρού με δόση από 0,3 έως 0,5 mg (ή 0,3 έως 0,5 ml αδιάλυτου διαλύματος). Αν χρειαστεί, η χορήγηση μπορεί να επαναληφθεί μετά από 5 έως 10 λεπτά.
- Σε παιδιά κάτω των 30 κιλών, η δόση υπολογίζεται με βάση το βάρος: χορηγούνται 0,01 mg ανά κιλό βάρους (ή 0,01 ml ανά κιλό), με μέγιστο τα 0,3 mg ανά ένεση. Επαναληπτική δόση μπορεί να γίνει κάθε 5 έως 10 λεπτά, αν χρειάζεται.
Για τη ρύθμιση της πίεσης σε σηπτικό σοκ
- Το διάλυμα αδρεναλίνης αραιώνεται με διάλυμα γλυκόζης ή γλυκόζης με νάτριο πριν από τη χορήγηση ενδοφλεβίως.
- Η ενδοφλέβια χορήγηση γίνεται σε μεγάλη φλέβα, με ταχύτητα 0,05 έως 2 μικρογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους το λεπτό, με προσεκτική ρύθμιση με βάση την κλινική εικόνα και την αρτηριακή πίεση. Η δόση προσαρμόζεται σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενούς.
- Όταν σταθεροποιηθεί η κατάσταση του ασθενούς, η μείωση της αγωγής πρέπει να γίνεται σταδιακά.
Μορφές και περιεκτικότητα του φαρμάκου
- Αμπούλα μίας δόσης: διάλυμα με περιεκτικότητα 1 mg/ml.
- Φιαλίδιο πολλαπλών δόσεων: 30 mg σε 30 ml, επίσης με αναλογία 1 mg/ml.
Περιορισμοί στη χορήγηση
Δεν υπάρχουν απόλυτες αντενδείξεις για τη χρήση αδρεναλίνης, καθώς συχνά αποτελεί σωτήριο μέσο. Ωστόσο, δεν συνιστάται η ένεση στο γλουτό, στα δάχτυλα, στις παλάμες ή στα πέλματα, διότι ενδέχεται να διαταραχθεί η τοπική αιμάτωση και να προκαλέσει ισχαιμία ή νέκρωση ιστών.
Κύριες προφυλάξεις κατά τη χορήγηση
- Η συνιστώμενη θέση για την ενδομυϊκή χορήγηση είναι η πλαϊνή μυϊκή περιοχή του μηρού. Η ένεση σε άλλα σημεία, όπως οι γλουτιαίοι ή οι ώμοι, αυξάνει την πιθανότητα επιπλοκών.
- Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση στο ίδιο σημείο απαγορεύεται, διότι υπάρχει κίνδυνος νέκρωσης ιστών λόγω αγγειοσυστολής.
- Η διαρροή του διαλύματος έξω από το αγγείο (εξτραβαζάτσια) πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να προκαλέσει τοπική βλάβη ή ισχαιμία.
- Η χρήση σε άτομα με καρδιολογικά προβλήματα (π.χ. στεφανιαία νόσο) απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή λόγω αυξημένου κινδύνου για σοβαρές αρρυθμίες ή επιδείνωση στηθάγχης.
- Στη σύνθεση του φαρμάκου περιέχεται δισουλφίδιο νατρίου, το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση ή επιδείνωση άσθματος σε ευαισθητοποιημένα άτομα. Παρ’ όλα αυτά, σε επείγουσες περιπτώσεις το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
- Σε συνδυασμό με συγκεκριμένα φάρμακα (όπως αναστολείς ΜΑΟ ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά) ενδέχεται να παρατηρηθεί υπέρταση ή συχνότερη εμφάνιση αρρυθμιών, οπότε απαιτείται στενή παρακολούθηση.
Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες
- Άγχος, ευερεθιστότητα, τρόμος, αδυναμία σε χέρια ή σε όλο το σώμα, ζαλάδα, εφίδρωση, αίσθημα παλμών, ωχρότητα, ναυτία ή έμετος, κεφαλαλγία και αναπνευστική δυσχέρεια.
- Σπανιότερα μπορεί να προκληθούν διαταραχές καρδιακού ρυθμού, θωρακικό άλγος ή αίσθημα πίεσης και αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε καρδιοπαθείς και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.
- Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, η ενέσιμη χορήγηση μπορεί να προκαλέσει τοπική φλεγμονή, βλάβη ιστών ή σοβαρές λοιμώξεις.
- Σε διαβητικούς είναι πιθανή η παροδική αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα.
- Σε ασθενείς με νόσο του Πάρκινσον ενδέχεται να εμφανιστεί προσωρινή ενίσχυση των συμπτωμάτων ή έξαρση της κινητικότητας.
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
- Ορισμένα φάρμακα έχουν ανταγωνιστική δράση στην αδρεναλίνη, όπως οι α-αναστολείς, φάρμακα που διαστέλλουν τα αγγεία (π.χ. οργανικά νιτρώδη), διουρητικά, φάρμακα που μειώνουν την πίεση, αλκαλοειδή εργοταμίνης ή φαινοθειαζίνες.
- Η συνολική επίδραση ενισχύεται με τη συγχορήγηση συμπαθητικομιμητικών, ορισμένων αντικαταθλιπτικών (τρικυκλικά, αναστολείς ΜΑΟ, αναστολείς COMT), β-αναστολέων, οξυτοκίνης ή θυρεοειδικών ορμονών.
- Ο κίνδυνος για αρρυθμίες αυξάνεται σε συνδυασμό με β-αναστολείς, αναισθητικά αέρια (όπως αλογόνο), αντιισταμινικά, θυρεοειδικές ορμόνες, διουρητικά, καρδιακούς γλυκοσίδες και κινιδίνη.
- Ο κίνδυνος υποκαλιαιμίας μεγαλώνει όταν λαμβάνονται ταυτόχρονα κορτικοστεροειδή, διουρητικά ή θεοφυλλίνη.
Χορήγηση σε εγκυμοσύνη, θηλασμό και ειδικές ηλικιακές ομάδες
- Κατά την εγκυμοσύνη, η αδρεναλίνη χρησιμοποιείται μόνο όταν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου για τη μητέρα ή το έμβρυο, επειδή υπάρχει περίπτωση μείωσης της αιμάτωσης της μήτρας, παράτασης του τοκετού ή πρόκλησης υποξίας στο έμβρυο.
- Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την εμφάνιση της αδρεναλίνης στο μητρικό γάλα, αλλά λόγω της σύντομης δράσης της και της ελάχιστης απορρόφησης από το πεπτικό, δεν αναμένεται επίδραση στο βρέφος.
- Στα παιδιά, η δοσολογία καθορίζεται ανάλογα με το σωματικό βάρος και οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι παρόμοιες με των ενηλίκων. Η ασφάλεια στη θεραπεία σηπτικού σοκ στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.
- Σε ηλικιωμένους, η αγωγή γίνεται με χαμηλές αρχικές δόσεις και προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανή μείωση της νεφρικής, ηπατικής ή καρδιακής λειτουργίας και την αυξημένη επίπτωση παρενεργειών.
Κίνδυνος υπερδοσολογίας
Η υπερβολική δόση αδρεναλίνης μπορεί να επιφέρει υπερβολική αύξηση της αρτηριακής πίεσης, που ίσως οδηγήσει σε εγκεφαλική αιμορραγία (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους), οίδημα των πνευμόνων, διαταραχές στον καρδιακό ρυθμό, μεταβολικές αλλαγές ή νεφρική βλάβη. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει κυρίως συμπτωματική αγωγή, με ενδεχόμενη χρήση ειδικών αντίδοτων και υποστηρικτική μέριμνα των βασικών λειτουργιών.
Σύντομη περιγραφή της αδρεναλίνης
Η αδρεναλίνη ανήκει στα συνθετικά κατεχολαμίνης και είναι ισχυρός συμπαθητικομιμητικός παράγοντας. Παράγεται σε μορφή διαφανούς, άχρωμου και αποστειρωμένου διαλύματος, είτε σε αμπούλες μίας δόσης ή σε φιαλίδια πολλαπλών δόσεων. Η δραστική ουσία είναι η επινεφρίνη. Το διάλυμα είναι ευαίσθητο στο φως και τον αέρα, οπότε απαιτούνται ειδικές συνθήκες φύλαξης για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητάς του.








