Ένεση αδρεναλίνης: χρήση και παρενέργειες

0
113

Η ένεση αδρεναλίνης (επινεφρίνης) στην Ελλάδα χρησιμοποιείται κυρίως σε περιπτώσεις έντονων αλλεργικών αντιδράσεων, όπως το αναφυλακτικό σοκ, καθώς και για την αντιμετώπιση της υπότασης που συνδέεται με σηψαιμία. Η δράση του φαρμάκου είναι άμεση και η χορήγησή του απαιτεί ακριβή συμμόρφωση στις οδηγίες του γιατρού ή του υγειονομικού προσωπικού.

Πότε χρησιμοποιείται η αδρεναλίνη

  • Για την άμεση θεραπεία της αναφυλαξίας, δηλαδή απειλητικών για τη ζωή αλλεργικών αντιδράσεων, που μπορεί να προκληθούν έπειτα από τσίμπημα εντόμου, κατανάλωση συγκεκριμένων τροφίμων ή λήψη φαρμάκων.
  • Σε σοβαρά επεισόδια υπότασης που σχετίζονται με σηπτικό σοκ, με σκοπό την αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Τρόπος χορήγησης της αδρεναλίνης

Σε περίπτωση αλλεργικής αντίδρασης

  • Για ενήλικες και παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 30 κιλών, η ενδομυϊκή ή υποδόρια ένεση γίνεται συνήθως στην πλαϊνή περιοχή του μηρού με δόση από 0,3 έως 0,5 mg (ή 0,3 έως 0,5 ml αδιάλυτου διαλύματος). Αν χρειαστεί, η χορήγηση μπορεί να επαναληφθεί μετά από 5 έως 10 λεπτά.
  • Σε παιδιά κάτω των 30 κιλών, η δόση υπολογίζεται με βάση το βάρος: χορηγούνται 0,01 mg ανά κιλό βάρους (ή 0,01 ml ανά κιλό), με μέγιστο τα 0,3 mg ανά ένεση. Επαναληπτική δόση μπορεί να γίνει κάθε 5 έως 10 λεπτά, αν χρειάζεται.

Για τη ρύθμιση της πίεσης σε σηπτικό σοκ

  • Το διάλυμα αδρεναλίνης αραιώνεται με διάλυμα γλυκόζης ή γλυκόζης με νάτριο πριν από τη χορήγηση ενδοφλεβίως.
  • Η ενδοφλέβια χορήγηση γίνεται σε μεγάλη φλέβα, με ταχύτητα 0,05 έως 2 μικρογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους το λεπτό, με προσεκτική ρύθμιση με βάση την κλινική εικόνα και την αρτηριακή πίεση. Η δόση προσαρμόζεται σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενούς.
  • Όταν σταθεροποιηθεί η κατάσταση του ασθενούς, η μείωση της αγωγής πρέπει να γίνεται σταδιακά.

Μορφές και περιεκτικότητα του φαρμάκου

  • Αμπούλα μίας δόσης: διάλυμα με περιεκτικότητα 1 mg/ml.
  • Φιαλίδιο πολλαπλών δόσεων: 30 mg σε 30 ml, επίσης με αναλογία 1 mg/ml.

Περιορισμοί στη χορήγηση

Δεν υπάρχουν απόλυτες αντενδείξεις για τη χρήση αδρεναλίνης, καθώς συχνά αποτελεί σωτήριο μέσο. Ωστόσο, δεν συνιστάται η ένεση στο γλουτό, στα δάχτυλα, στις παλάμες ή στα πέλματα, διότι ενδέχεται να διαταραχθεί η τοπική αιμάτωση και να προκαλέσει ισχαιμία ή νέκρωση ιστών.

Κύριες προφυλάξεις κατά τη χορήγηση

  • Η συνιστώμενη θέση για την ενδομυϊκή χορήγηση είναι η πλαϊνή μυϊκή περιοχή του μηρού. Η ένεση σε άλλα σημεία, όπως οι γλουτιαίοι ή οι ώμοι, αυξάνει την πιθανότητα επιπλοκών.
  • Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση στο ίδιο σημείο απαγορεύεται, διότι υπάρχει κίνδυνος νέκρωσης ιστών λόγω αγγειοσυστολής.
  • Η διαρροή του διαλύματος έξω από το αγγείο (εξτραβαζάτσια) πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να προκαλέσει τοπική βλάβη ή ισχαιμία.
  • Η χρήση σε άτομα με καρδιολογικά προβλήματα (π.χ. στεφανιαία νόσο) απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή λόγω αυξημένου κινδύνου για σοβαρές αρρυθμίες ή επιδείνωση στηθάγχης.
  • Στη σύνθεση του φαρμάκου περιέχεται δισουλφίδιο νατρίου, το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση ή επιδείνωση άσθματος σε ευαισθητοποιημένα άτομα. Παρ’ όλα αυτά, σε επείγουσες περιπτώσεις το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
  • Σε συνδυασμό με συγκεκριμένα φάρμακα (όπως αναστολείς ΜΑΟ ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά) ενδέχεται να παρατηρηθεί υπέρταση ή συχνότερη εμφάνιση αρρυθμιών, οπότε απαιτείται στενή παρακολούθηση.

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες

  • Άγχος, ευερεθιστότητα, τρόμος, αδυναμία σε χέρια ή σε όλο το σώμα, ζαλάδα, εφίδρωση, αίσθημα παλμών, ωχρότητα, ναυτία ή έμετος, κεφαλαλγία και αναπνευστική δυσχέρεια.
  • Σπανιότερα μπορεί να προκληθούν διαταραχές καρδιακού ρυθμού, θωρακικό άλγος ή αίσθημα πίεσης και αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε καρδιοπαθείς και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.
  • Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, η ενέσιμη χορήγηση μπορεί να προκαλέσει τοπική φλεγμονή, βλάβη ιστών ή σοβαρές λοιμώξεις.
  • Σε διαβητικούς είναι πιθανή η παροδική αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα.
  • Σε ασθενείς με νόσο του Πάρκινσον ενδέχεται να εμφανιστεί προσωρινή ενίσχυση των συμπτωμάτων ή έξαρση της κινητικότητας.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα

  • Ορισμένα φάρμακα έχουν ανταγωνιστική δράση στην αδρεναλίνη, όπως οι α-αναστολείς, φάρμακα που διαστέλλουν τα αγγεία (π.χ. οργανικά νιτρώδη), διουρητικά, φάρμακα που μειώνουν την πίεση, αλκαλοειδή εργοταμίνης ή φαινοθειαζίνες.
  • Η συνολική επίδραση ενισχύεται με τη συγχορήγηση συμπαθητικομιμητικών, ορισμένων αντικαταθλιπτικών (τρικυκλικά, αναστολείς ΜΑΟ, αναστολείς COMT), β-αναστολέων, οξυτοκίνης ή θυρεοειδικών ορμονών.
  • Ο κίνδυνος για αρρυθμίες αυξάνεται σε συνδυασμό με β-αναστολείς, αναισθητικά αέρια (όπως αλογόνο), αντιισταμινικά, θυρεοειδικές ορμόνες, διουρητικά, καρδιακούς γλυκοσίδες και κινιδίνη.
  • Ο κίνδυνος υποκαλιαιμίας μεγαλώνει όταν λαμβάνονται ταυτόχρονα κορτικοστεροειδή, διουρητικά ή θεοφυλλίνη.

Χορήγηση σε εγκυμοσύνη, θηλασμό και ειδικές ηλικιακές ομάδες

  • Κατά την εγκυμοσύνη, η αδρεναλίνη χρησιμοποιείται μόνο όταν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου για τη μητέρα ή το έμβρυο, επειδή υπάρχει περίπτωση μείωσης της αιμάτωσης της μήτρας, παράτασης του τοκετού ή πρόκλησης υποξίας στο έμβρυο.
  • Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την εμφάνιση της αδρεναλίνης στο μητρικό γάλα, αλλά λόγω της σύντομης δράσης της και της ελάχιστης απορρόφησης από το πεπτικό, δεν αναμένεται επίδραση στο βρέφος.
  • Στα παιδιά, η δοσολογία καθορίζεται ανάλογα με το σωματικό βάρος και οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι παρόμοιες με των ενηλίκων. Η ασφάλεια στη θεραπεία σηπτικού σοκ στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.
  • Σε ηλικιωμένους, η αγωγή γίνεται με χαμηλές αρχικές δόσεις και προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανή μείωση της νεφρικής, ηπατικής ή καρδιακής λειτουργίας και την αυξημένη επίπτωση παρενεργειών.

Κίνδυνος υπερδοσολογίας

Η υπερβολική δόση αδρεναλίνης μπορεί να επιφέρει υπερβολική αύξηση της αρτηριακής πίεσης, που ίσως οδηγήσει σε εγκεφαλική αιμορραγία (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους), οίδημα των πνευμόνων, διαταραχές στον καρδιακό ρυθμό, μεταβολικές αλλαγές ή νεφρική βλάβη. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει κυρίως συμπτωματική αγωγή, με ενδεχόμενη χρήση ειδικών αντίδοτων και υποστηρικτική μέριμνα των βασικών λειτουργιών.

Σύντομη περιγραφή της αδρεναλίνης

Η αδρεναλίνη ανήκει στα συνθετικά κατεχολαμίνης και είναι ισχυρός συμπαθητικομιμητικός παράγοντας. Παράγεται σε μορφή διαφανούς, άχρωμου και αποστειρωμένου διαλύματος, είτε σε αμπούλες μίας δόσης ή σε φιαλίδια πολλαπλών δόσεων. Η δραστική ουσία είναι η επινεφρίνη. Το διάλυμα είναι ευαίσθητο στο φως και τον αέρα, οπότε απαιτούνται ειδικές συνθήκες φύλαξης για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητάς του.

Τα σχόλια είναι κλειστά.