Κακοήθης νεροληπτικός σύνδρομος: συμπτώματα, αιτίες και διάγνωση

0
63

Ο κακοήθης νευροληπτικός σύνδρομος και το σύνδρομο σεροτονίνης εμφανίζουν ορισμένες ομοιότητες, ωστόσο διαφέρουν μεταξύ τους. Και οι δύο καταστάσεις μπορεί να συνοδεύονται από μυϊκή δυσκαμψία και υψηλό πυρετό, αλλά το σύνδρομο σεροτονίνης συνήθως έχει ηπιότερη μορφή. Επιπρόσθετα, χαρακτηριστικά του σύνδρομου σεροτονίνης είναι τα τινάγματα των μυών, ο τρόμος, η ναυτία και η διάρροια. Αυτά τα σημεία βοηθούν τον ιατρό να ξεχωρίσει τις δύο καταστάσεις, ειδικά αν λαμβάνονται ταυτόχρονα διαφορετικά φάρμακα που ενδέχεται να προκαλέσουν και τις δύο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για την ακριβή διάγνωση απαιτούνται εργαστηριακές εξετάσεις.

Κακοήθης νευροληπτικός σύνδρομος και κακοήθης υπερθερμία

Μία ακόμη σπάνια διαταραχή είναι η κακοήθης υπερθερμία. Εκδηλώνεται με ιδιαίτερα υψηλή θερμοκρασία σώματος, έντονη μυϊκή δυσκαμψία, βραδύτερη ανταπόκριση και αλλοιώσεις του δέρματος. Συνήθως παρουσιάζεται μετά από γενική αναισθησία ή χρήση ορισμένων μυοχαλαρωτικών φαρμάκων. Αν και τα συμπτώματα είναι παρόμοια, ο ιατρός διακρίνει αυτές τις διαταραχές εξετάζοντας τα χορηγούμενα φάρμακα.

Πώς αντιμετωπίζεται ο κακοήθης νευροληπτικός σύνδρομος

Η συγκεκριμένη πάθηση θεωρείται ιατρικό επείγον και απαιτεί άμεση φροντίδα. Προτεραιότητα αποτελεί η ταχεία μείωση του κινδύνου επιπλοκών όπως η νεφρική βλάβη, οι σπασμοί ή ο σχηματισμός θρόμβων αίματος.

Το πρώτο βήμα στη θεραπεία είναι η διακοπή του φαρμακευτικού σκευάσματος που προκάλεσε το πρόβλημα. Οι περισσότεροι ασθενείς νοσηλεύονται και συχνά μεταφέρονται σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Οι βασικοί άξονες της αντιμετώπισης περιλαμβάνουν την ταχεία μείωση της θερμοκρασίας, τη διατήρηση επαρκούς ενυδάτωσης και την παροχή θρεπτικών στοιχείων. Επιπλέον, ενδέχεται να χορηγηθούν φάρμακα:

  • Μυοχαλαρωτικά όπως η δαντρολένη
  • Σκευάσματα που αυξάνουν την παραγωγή ντοπαμίνης, όπως η αμανταδίνη ή η βρωμοκρεπτίνη

Εάν τα παραπάνω φάρμακα δεν έχουν αποτέλεσμα, σε ορισμένες περιπτώσεις εφαρμόζεται ηλεκτροσπασμοθεραπεία, η οποία διενεργείται με τον ασθενή σε κατάσταση ύπνου. Η μέθοδος αυτή είναι ανώδυνη και συνήθως προσφέρει ταχεία βελτίωση των συμπτωμάτων.

Πορεία ανάρρωσης και πιθανότητα υποτροπής

Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν ταχεία βελτίωση, με τα συμπτώματα να υποχωρούν συνήθως μέσα σε μία έως δύο εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας. Μετά την ανάρρωση, είναι δυνατό να επανεκκινήσει η χορήγηση αντιψυχωσικών, ενδεχομένως όμως να προτιμηθεί διαφορετικό φάρμακο. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο κακοήθης νευροληπτικός σύνδρομος μπορεί να υποτροπιάσει, γι’ αυτό οι ιατροί παρακολουθούν στενά τον ασθενή για ενδεχόμενη επανεμφάνιση. Όσο μεγαλύτερο διάστημα μεσολαβεί από την τελευταία χορήγηση του σχετικού φαρμάκου, τόσο χαμηλότερος είναι ο κίνδυνος να εμφανιστεί ξανά το σύνδρομο.

Σημεία που απαιτούν προσοχή

Ο κακοήθης νευροληπτικός σύνδρομος πρόκειται για μια εξαιρετικά σπάνια επιπλοκή, η οποία εμφανίζεται κατά τη χρήση αντιψυχωσικών φαρμάκων για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας, της διπολικής διαταραχής και άλλων παθήσεων. Η ξαφνική εκδήλωση μυϊκής δυσκαμψίας ή ανεξήγητου υψηλού πυρετού αποτελεί ένδειξη για άμεση ιατρική αξιολόγηση. Με έγκαιρη παρέμβαση, οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν πλήρως.

Τα σχόλια είναι κλειστά.