Λοίμωξη καρδιακών βαλβίδων (ενδοκαρδίτιδα): συμπτώματα, θεραπεία και πρόληψη

0
77

Η ενδοκαρδίτιδα αποτελεί φλεγμονή που επηρεάζει τις βαλβίδες και το εσωτερικό τοίχωμα της καρδιάς (ενδοκάρδιο), προκαλούμενη κυρίως από βακτήρια ή μύκητες που εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος. Αν και πρόκειται για σχετικά σπάνια πάθηση σε άτομα με υγιή καρδιά, ορισμένες καταστάσεις αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

Παράγοντες κινδύνου

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους κάποιοι έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία στην ενδοκαρδίτιδα σε σχέση με άλλους. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα βλάβη στην καρδιά ή με τεχνητές βαλβίδες διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο, ενώ και άλλοι παράγοντες ενισχύουν την πιθανότητα εκδήλωσης της πάθησης:

  • Προηγούμενη διάγνωση ενδοκαρδίτιδας
  • Ιστορικό επίκτητων ή συγγενών καρδιακών ανωμαλιών
  • Ηλικία άνω των 60 ετών, με την πιθανότητα να αυξάνεται όσο μεγαλώνει κανείς
  • Προγενέστερη χειρουργική επέμβαση αντικατάστασης βαλβίδας
  • Βαλβιδική βλάβη λόγω λοίμωξης ή νοσημάτων όπως ο ρευματικός πυρετός
  • Εμφύτευση συσκευών ρύθμισης του καρδιακού ρυθμού, όπως βηματοδότες
  • Λοίμωξη με ιό HIV
  • Πρόπτωση μιτροειδούς βαλβίδας με ανεπάρκεια
  • Κακή στοματική υγιεινή ή οδοντιατρικές επεμβάσεις που ευνοούν την είσοδο βακτηρίων στο αίμα
  • Παρατεταμένη χρήση ενδοφλέβιων καθετήρων κατά τη διάρκεια θεραπείας
  • Χρήση παράνομων ναρκωτικών ουσιών με μολυσμένες βελόνες

Αναγνώριση συμπτωμάτων και διάγνωση

Τα πρώτα σημάδια της ενδοκαρδίτιδας είναι συχνά μη ειδικά, επομένως είναι σημαντικό για όσους ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου να παρακολουθούν την υγεία τους. Με την εκδήλωση συμπτωμάτων, ο ιατρός συνήθως ζητεί μία σειρά εξετάσεων. Η λεπτομερής ακρόαση της καρδιάς με στηθοσκόπιο μπορεί να αποκαλύψει νέο ή τροποποιημένο καρδιακό φύσημα, χαρακτηριστικό για τη φλεγμονώδη διεργασία. Για τη διάγνωση μπορεί να απαιτηθούν οι εξής εξετάσεις:

  • Αιματολογικές εξετάσεις για ανίχνευση λοίμωξης ή άλλων αιματολογικών διαταραχών όπως αναιμία
  • Υπερηχοκαρδιογράφημα και ηλεκτροκαρδιογράφημα για την εκτίμηση της καρδιακής λειτουργίας και των βαλβίδων
  • Ακτινογραφία θώρακα για τον έλεγχο πιθανής βλάβης στους πνεύμονες ή στην καρδιά
  • Αξονική ή μαγνητική τομογραφία, όταν απαιτείται διαπίστωση εξάπλωσης της λοίμωξης σε άλλα όργανα όπως εγκέφαλο ή θώρακα

Δυνατότητες θεραπείας

Η αντιμετώπιση της ενδοκαρδίτιδας βασίζεται κυρίως στη χορήγηση ισχυρών αντιβιοτικών που στην αρχή δίνονται ενδοφλεβίως σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Η συνολική διάρκεια της εντατικής θεραπείας κυμαίνεται γενικά μεταξύ δύο και έξι εβδομάδων, με τμήμα αυτής να μπορεί να συνεχιστεί κατ’ οίκον. Η ιατρική ομάδα στο νοσοκομείο οργανώνει το πρόγραμμα συνέχισης της θεραπείας και της λήψης φαρμάκων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η φαρμακευτική αγωγή ενδέχεται να μην ελέγξει πλήρως τη φλεγμονή ή να περιορίσει την επιδείνωση της βλάβης των βαλβίδων, οπότε είναι απαραίτητη χειρουργική επέμβαση για αντικατάσταση βαλβίδας ή αφαίρεση της λοίμωξης. Η τελική απόφαση για το χειρουργείο λαμβάνεται από τους ειδικούς ανάλογα με τη σοβαρότητα της πάθησης.

Πρόληψη της ενδοκαρδίτιδας

Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων συμβάλλει σημαντικά στη θεραπευτική έκβαση. Σε περίπτωση εμφάνισης ασυνήθιστων συμπτωμάτων, απαιτείται άμεση επίσκεψη σε ιατρό.

Η σωστή φροντίδα της στοματικής υγιεινής με τακτικό βούρτσισμα δοντιών και περιοδικές επισκέψεις στον οδοντίατρο μειώνει τον κίνδυνο βακτηριακών λοιμώξεων στο αίμα. Συνίσταται επίσης προσοχή σε διαδικασίες τοποθέτησης σκουλαρικιών ή τατουάζ, ειδικά για όσους είναι ευάλωτοι στην ενδοκαρδίτιδα, καθώς τέτοιες πράξεις ενδέχεται να διευκολύνουν την είσοδο μολυσματικών παραγόντων. Τυχόν μολυσμένο ή δύσκολα επουλούμενο τραύμα πρέπει να εκτιμάται από ιατρό.

Πριν από οποιαδήποτε ιατρική ή οδοντιατρική πράξη, είναι ουσιώδες οι ειδικοί να γνωρίζουν για την ευαισθησία του ασθενούς στην ενδοκαρδίτιδα, ώστε να εκτιμήσουν την αναγκαιότητα προληπτικής χορήγησης αντιβιοτικών.

Επιπτώσεις και πρόγνωση της νόσου

Με σωστή και έγκαιρη θεραπεία, πάνω από το 90% των ατόμων με βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα αναρρώνει πλήρως. Αν η πηγή της μόλυνσης είναι μυκητιασική, η αντιμετώπιση είναι πιο απαιτητική. Καθοριστικό ρόλο έχει και το ποιο τμήμα της καρδιάς επηρεάζεται, καθώς όταν εντοπίζεται στη δεξιά πλευρά, η πιθανότητα ανάρρωσης είναι υψηλότερη σε σχέση με τη φλεγμονή της αριστερής. Ο κίνδυνος υποτροπής μετά από αντικατάσταση βαλβίδας είναι μεγαλύτερος κατά τον πρώτο χρόνο από την επέμβαση, όμως ενδοκαρδίτιδα μπορεί να παρουσιαστεί οποτεδήποτε.

Εάν η πάθηση μείνει χωρίς την κατάλληλη αγωγή, ενδέχεται να προκληθούν σοβαρές καρδιακές βλάβες, απειλητικές για τη ζωή, ενώ συχνά εμφανίζονται επιπλοκές όπως καρδιακή ανεπάρκεια, πνευμονική εμβολή, εγκεφαλικό, έμφραγμα ή νεφρική ανεπάρκεια.

Συνοπτικά στοιχεία για την ενδοκαρδίτιδα

Η ενδοκαρδίτιδα είναι μία λοιμώδης πάθηση που προσβάλλει τις καρδιακές βαλβίδες και τον εσωτερικό χιτώνα της καρδιάς, συνήθως εξαιτίας βακτηρίων ή μυκήτων που μεταφέρονται με το αίμα. Τυπικά επηρεάζει άτομα με ιστορικό καρδιοπάθειας, τεχνητές βαλβίδες ή βηματοδότη, αλλά και όσους χρησιμοποιούν ενδοφλέβια ναρκωτικά. Άνθρωποι με υγιή καρδιά συνήθως δεν προσβάλλονται από τη λοίμωξη αυτή.

Τα σχόλια είναι κλειστά.