Γιατί κάποιοι άνθρωποι κλαίνε πιο συχνά – ευθύνονται οι ορμόνες ή το νευρικό σύστημα;

Θα μάθετε
- Για ποιο λόγο οι άνθρωποι κλαίνε;
- Έρευνες για τη συχνότητα του κλάματος: ποιοι κλαίνε περισσότερο;
- Ο ρόλος των ορμονών στη συχνότητα του κλάματος
- Νευρικό σύστημα: τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν κλαίμε;
- Επιρροή προσωπικότητας, ανατροφής και πολιτισμού
- Όταν το συχνό κλάμα δείχνει προβλήματα υγείας
- Πώς να αναγνωρίσετε και να διαχειριστείτε τα συναισθήματά σας
- Συμπεράσματα: ορμονική δράση ή νευρικό σύστημα;
Έχετε σκεφτεί ποτέ για ποιο λόγο ορισμένα άτομα δακρύζουν συχνότερα, ενώ άλλα μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις; Η συχνότητα και η ποσότητα των δακρύων συχνά προκαλούν διαφορετικές αντιδράσεις: για κάποιους είναι φυσιολογικό να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, ενώ άλλοι επιλέγουν να ελέγχουν τη συγκίνησή τους ή τη λύπη. Η επιστημονική κοινότητα επιδεικνύει αυξανόμενο ενδιαφέρον για το φαινόμενο: ποιοι παράγοντες καθορίζουν την ευκολία και τη συχνότητα με την οποία κάποιος κλαίει; Πρόκειται για αποτέλεσμα ορμονικών μηχανισμών, λειτουργίας του νευρικού συστήματος ή μήπως όλα εξαρτώνται από την προσωπικότητα και το περιβάλλον; Το παρόν άρθρο επιχειρεί λεπτομερή προσέγγιση των σημαντικότερων επιστημονικά τεκμηριωμένων αιτίων που εξηγούν γιατί η αντίδραση στα δάκρυα διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Για ποιο λόγο οι άνθρωποι κλαίνε;
Το κλάμα αποτελεί μια καθολική μορφή έκφρασης συναισθημάτων στον άνθρωπο. Αν και ορισμένα ζώα επικοινωνούν τη λύπη ή την αγωνία με ήχους, μόνο οι άνθρωποι παράγουν συναισθηματικά (ψυχογενή) δάκρυα. Τα δάκρυα αυτά διαθέτουν διάφορες λειτουργίες:
- Συμβάλλουν στην ανακούφιση από την ψυχική ένταση και μειώνουν το αίσθημα του στρες,
- Επιτρέπουν τη μετάδοση συναισθημάτων και ενισχύουν τις κοινωνικές σχέσεις,
- Προειδοποιούν το περιβάλλον ότι το άτομο χρειάζεται στήριξη.
Σύγχρονες έρευνες επιβεβαιώνουν ότι η παραγωγή δακρύων αποτελεί πολύπλοκη βιολογική και ψυχολογική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από ορμόνες, το νευρικό σύστημα αλλά και πολιτισμικές επιρροές.
Έρευνες για τη συχνότητα του κλάματος: ποιοι κλαίνε περισσότερο;
Η τάση να δακρύζει κάποιος εξαρτάται από παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και η ψυχική κατάσταση. Οι γυναίκες κατά μέσο όρο κλαίνε συχνότερα από τους άνδρες, ενώ τα παιδιά έχουν την τάση να το κάνουν περισσότερο από τους ενήλικες. Ωστόσο, η συναισθηματική ευαισθησία διαφέρει σε κάθε άτομο. Προκειμένου να εξηγηθεί η προδιάθεση ορισμένων ανθρώπων για πιο συχνό κλάμα, χρήσιμα είναι τα ευρήματα της νευροβιολογίας.
Ο ρόλος των ορμονών στη συχνότητα του κλάματος
Διαφορές ορμονών μεταξύ ανδρών και γυναικών
Μία από τις βασικές αιτίες που ορισμένα άτομα εμφανίζουν μεγαλύτερη τάση για κλάμα είναι η δράση των ορμονών. Οι γυναίκες διαθέτουν υψηλότερα επίπεδα οιστρογόνων και προλακτίνης, στοιχεία που συνδέονται με αυξημένη συναισθηματική ευαισθησία και μεγαλύτερη πιθανότητα δακρύων. Έρευνες δείχνουν ότι η προλακτίνη, πέρα από το ρόλο της στη γαλουχία και στη συναισθηματική διάθεση, επηρεάζει και τη λειτουργία των δακρυϊκών αδένων. Εξαιτίας αυτού, οι γυναίκες, ιδίως σε ορισμένες φάσεις του έμμηνου κύκλου, παρουσιάζουν εντονότερες μεταβολές διάθεσης και περισσότερα επεισόδια δακρύων.
Ορισμένες έρευνες αποδίδουν στον τεστοστερόνη—η οποία βρίσκεται σε μεγαλύτερα επίπεδα στο ανδρικό σώμα—την ιδιότητα να περιορίζει, εκτός των άλλων, την έκφραση του κλάματος. Έτσι, οι άνδρες, ιδιαίτερα κατά την εφηβεία και την ενήλικη ζωή, έχουν συνήθως μικρότερη τάση για δάκρυα.
Άλλες ορμόνες και συναισθηματικές εξάρσεις
Οι ορμόνες του στρες, όπως η κορτιζόλη και η αδρεναλίνη, επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο που το άτομο διαχειρίζεται τα συναισθήματά του. Η παρατεταμένη έκθεση σε στρεσογόνες συνθήκες και η εξάντληση μπορούν να αποδυναμώσουν την ανθεκτικότητα και να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη συναισθηματική ένταση και εύκολα δάκρυα. Επίσης, οι νευροδιαβιβαστές όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διάθεση και στη ρύθμιση της ψυχολογικής κατάστασης. Ανισορροπίες σε αυτά τα συστήματα οδηγούν συχνά σε πιο εύκολη έκφραση λύπης ή συγκίνησης μέσω των δακρύων.
Νευρικό σύστημα: τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν κλαίμε;
Οι έντονες συναισθηματικές εξάρσεις δεν εξαρτώνται μόνο από την ορμονική δραστηριότητα, αλλά και από τη λειτουργία του νευρικού συστήματος. Όταν το άτομο κλαίει, ενεργοποιούνται συγκεκριμένες νευρικές περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με το συναίσθημα, τη μνήμη και την κοινωνική αλληλεπίδραση:
- Η αμυγδαλή λειτουργεί ως βασικό κέντρο διαχείρισης συναισθηματικών αποκρίσεων,
- Ο προμετωπιαίος φλοιός βοηθά στην αυτορρύθμιση του συναισθηματικού ερεθίσματος,
- Ο υποθάλαμος και η υπόφυση ελέγχουν την έκκριση ορμονών όπως η κορτιζόλη και η προλακτίνη.
Το κλάμα εμφανίζεται συνήθως ως αυτόματη αντίδραση σε έντονα συναισθήματα όπως η θλίψη, η χαρά, η απογοήτευση ή και το σοβαρό στρες. Εγκεφαλικά σήματα καταλήγουν στους δακρυϊκούς αδένες, προκαλώντας έκκριση συναισθηματικών δακρύων. Η λειτουργία του νευρικού συστήματος καθορίζει το πόσο έντονα βιώνονται τα συναισθήματα και τη συνολική ευαισθησία σε αυτά.
Επιρροή προσωπικότητας, ανατροφής και πολιτισμού
Η κληρονομικότητα της συναισθηματικής ευαισθησίας
Μεγάλη σημασία έχει τόσο η γενετική προδιάθεση όσο και ο τρόπος ανατροφής. Άτομα που έχουν μεγαλώσει σε οικογένειες όπου τα συναισθήματα εκφράζονται ανοιχτά, συνηθίζουν να δακρύζουν πιο εύκολα. Οι έρευνες δείχνουν ότι το 40–60% της συναισθηματικής ευαισθησίας μπορεί να αποδίδεται σε γονιδιακούς παράγοντες, ενώ το υπόλοιπο προσδιορίζεται από προσωπικές εμπειρίες και το περιβάλλον.
Πολιτισμικά στερεότυπα και κοινωνικοί μύθοι
Είναι διαδεδομένη η λανθασμένη αντίληψη ότι μόνο οι αδύναμοι άνθρωποι δακρύζουν. Τα ερευνητικά δεδομένα αποδεικνύουν πως το κλάμα αποτελεί έναν φυσιολογικό τρόπο εκτόνωσης ψυχικής έντασης, με ευεργετικές επιδράσεις στην ψυχική υγεία. Το πλαίσιο εντός του οποίου μεγαλώνουμε διαμορφώνει το πώς αντιλαμβανόμαστε το συναίσθημα: σε ορισμένες κοινωνίες το να εκφράζει κανείς τα συναισθήματά του θεωρείται δύναμη, ενώ σε άλλες ενδέχεται να ερμηνεύεται ως δείγμα αδυναμίας ή ντροπής.
Όταν το συχνό κλάμα δείχνει προβλήματα υγείας
Στις περισσότερες περιπτώσεις το να δακρύζει κάποιος αποτελεί μια φυσιολογική έκφραση συναισθημάτων. Ωστόσο, μερικές φορές η αυξημένη συχνότητα δακρύων χωρίς εμφανή αιτία, συνοδευόμενη από διακυμάνσεις διάθεσης ή επεισόδια άγχους, μπορεί να υποδηλώνει προβλήματα υγείας και είναι σκόπιμο να συμβουλευτούμε κάποιον ειδικό. Συμβαίνει συχνά τέτοια συμπτώματα να σχετίζονται με κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές ή ορμονικές διαταραχές (όπως δυσλειτουργία του θυρεοειδούς ή ορμονικές μεταβολές μετά τον τοκετό).
Πώς να αναγνωρίσετε και να διαχειριστείτε τα συναισθήματά σας
Το να εκφράζει κανείς ελεύθερα το κλάμα συμβάλλει στην εκτόνωση του ψυχικού φόρτου, όμως όταν τα συχνά δάκρυα αρχίζουν να επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργία, αξίζει να εξεταστούν τρόποι ενίσχυσης της συναισθηματικής ανθεκτικότητας:
- Εξασκηθείτε σε τεχνικές ενσυνειδητότητας ή διαλογισμού,
- Κρατήστε ημερολόγιο συναισθημάτων και παρατηρήστε τις εσωτερικές σας μεταπτώσεις,
- Αναζητήστε υποστήριξη από κοντινά σας πρόσωπα ή έναν ψυχολόγο,
- Φροντίστε να τηρείτε ένα σταθερό πρόγραμμα ύπνου, να ασκείστε και να διατρέφεστε ισορροπημένα.
Το κλάμα δεν αποτελεί ντροπή ή ένδειξη αδυναμίας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μήνυμα του οργανισμού ότι πρέπει να ενισχύσουμε τη φροντίδα της ψυχικής μας υγείας.
Συμπεράσματα: ορμονική δράση ή νευρικό σύστημα;
Η απάντηση στο ερώτημα γιατί ορισμένοι άνθρωποι κλαίνε συχνότερα εντοπίζεται σε διαφορετικούς παράγοντες. Οι ορμόνες, όπως η προλακτίνη και τα οιστρογόνα, ενισχύουν τη συναισθηματική ευαισθησία, ενώ το νευρικό σύστημα παίζει ρόλο στον τρόπο και την ένταση με την οποία βιώνουμε και εκφράζουμε τα συναισθήματά μας. Η προσωπικότητα, η ανατροφή και πολιτισμικά στοιχεία διαμορφώνουν επιπλέον το τελικό αποτέλεσμα. Το σημαντικότερο είναι να καταφέρουμε να αναγνωρίζουμε και να αποδεχόμαστε τα συναισθήματά μας, και αν προκύψουν αμφιβολίες σχετικά με την υγεία, να μην διστάζουμε να αναζητούμε βοήθεια.








