Μπορούν τα αντιυπερτασικά φάρμακα να επηρεάσουν τα επίπεδα χοληστερόλης;

Θα μάθετε
Η υψηλή αρτηριακή πίεση και η αυξημένη χοληστερόλη αποτελούν από τους συχνότερους παράγοντες που ανεβάζουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, όταν παραμένουν χωρίς έλεγχο. Το θετικό είναι ότι και οι δύο καταστάσεις μπορούν να προληφθούν ή να ρυθμιστούν αποτελεσματικά, είτε με αλλαγές στον τρόπο ζωής είτε με φαρμακευτική αγωγή που έχει συστήσει γιατρός.
Πώς τα φάρμακα για την πίεση επηρεάζουν τη χοληστερόλη
Για πολλούς ανθρώπους, ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται με τη βοήθεια διαφορετικών φαρμάκων. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ορισμένα από αυτά δεν δρουν μόνο στην πίεση, αλλά μπορεί να επηρεάσουν και τα επίπεδα χοληστερόλης ή τριγλυκεριδίων στο αίμα. Κάποια αντιυπερτασικά μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση των δεικτών των λιπιδίων, ενώ άλλα ενδέχεται να οδηγήσουν σε μικρές, αντίθετες μεταβολές. Παρ’ όλα αυτά, αν παρατηρηθεί ήπια αύξηση της χοληστερόλης λόγω φαρμάκου, συνήθως πρόκειται για παροδικό και κλινικά μη σημαντικό αποτέλεσμα.
Φάρμακα που δεν επηρεάζουν τη χοληστερόλη
Υπάρχουν αντιυπερτασικά που, σε γενικές γραμμές, δεν μεταβάλλουν τον μεταβολισμό των λιπιδίων στον οργανισμό. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι ακόλουθοι τύποι:
- Υδραλαζίνη
- Διουρητικά που διατηρούν το κάλιο (π.χ. σπειρονολακτόνη)
- Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (π.χ. λισινοπρίλη, ραμιπρίλη, κιναπρίλη)
- Αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II (π.χ. τελμισαρτάνη, βαλσαρτάνη, λοσαρτάνη)
- Αναστολείς διαύλων ασβεστίου (π.χ. αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη, φελοδιπίνη)
Τα φάρμακα αυτά, τις περισσότερες φορές, δεν επηρεάζουν τα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων στο αίμα, επομένως μπορούν να χρησιμοποιούνται χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση ως προς τους δείκτες λιπιδίων.
Αντιυπερτασικά που μπορεί να αυξήσουν τη χοληστερόλη
Υπάρχει ομάδα φαρμάκων κατά τη λήψη των οποίων είναι δυνατόν να εμφανιστεί μικρή αύξηση της LDL (της «κακής» χοληστερόλης) ή της ολικής χοληστερόλης, καθώς και ήπιες μειώσεις της HDL (της «καλής» χοληστερόλης) ή άνοδος των τριγλυκεριδίων. Τέτοιες μεταβολές έχουν καταγραφεί με τα παρακάτω:
- Ισχυρά διουρητικά ή διουρητικά σε υψηλότερες δόσεις (π.χ. φουροσεμίδη, τορασεμίδη, υδροχλωροθειαζίδη)
- Ορισμένοι β-αποκλειστές (π.χ. βισοπρολόλη, ναδολόλη, μετοπρολόλη, προπρανολόλη, ατενολόλη, νεμπιβολόλη)
Αν και μπορεί να παρουσιαστεί παροδική αύξηση της χοληστερόλης, συνήθως είναι μικρής έκτασης και δεν θεωρείται ότι έχει ουσιαστική επίδραση. Για τον λόγο αυτό, οι επαγγελματίες υγείας δεν συστήνουν τη διακοπή της αγωγής που έχει δοθεί, χωρίς να υπάρχει πραγματική ανάγκη.
Φάρμακα που μπορεί να βελτιώσουν τους δείκτες χοληστερόλης
Υπάρχουν επίσης αντιυπερτασικά που ενδέχεται να μειώσουν ελαφρά τη LDL (την «κακή» χοληστερόλη) και να αυξήσουν σε μικρό βαθμό την HDL (την «καλή» χοληστερόλη). Το αποτέλεσμα αυτό συνδέεται συχνότερα με:
- Αναστολείς άλφα-1 αδρενεργικών υποδοχέων (π.χ. πραζοσίνη, δοξαζοσίνη)
Ωστόσο, παρότι η επίδραση στο λιπιδαιμικό προφίλ είναι ευνοϊκή, είναι περιορισμένη και δεν αρκεί ώστε να θεωρηθεί ουσιαστική θεραπεία για την υψηλή χοληστερόλη.
Επιλογή φαρμάκου και παρακολούθηση
Η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου για την αρτηριακή πίεση γίνεται από τον γιατρό εξατομικευμένα, με βάση τη συνολική κατάσταση υγείας, τα αποτελέσματα των εξετάσεων και τα υπόλοιπα φάρμακα που λαμβάνει το άτομο. Όταν, εκτός από υπέρταση, διαπιστώνεται και αυξημένη χοληστερόλη, οι τακτικοί έλεγχοι των λιπιδίων στο αίμα αποτελούν βασικό μέρος της παρακολούθησης. Αν προκύψουν μεταβολές, ο γιατρός μπορεί να προσαρμόσει τη δόση ή να προτείνει διαφορετικό φάρμακο. Εφόσον υπάρχουν απορίες σχετικά με το πώς η αγωγή επηρεάζει τα επίπεδα χοληστερόλης, είναι απαραίτητο να συζητηθούν με τον γιατρό.







