Νόσος του Buerger (αποφρακτική θρομβοαγγειΐτιδα): συμπτώματα, αίτια, διαγνωστικές εξετάσεις, θεραπεία και άλλα

0
47

Η νόσος Buerger αποτελεί μια διαταραχή που επηρεάζει τα αιμοφόρα αγγεία και συνδέεται κυρίως με τη χρήση καπνού ή το κάπνισμα. Η καθολική διακοπή κάθε μορφής καπνού θεωρείται ο βασικότερος παράγοντας για να ανασταλεί η εξέλιξη της νόσου. Ακόμη και ελάχιστες ποσότητες, όπως μερικά τσιγάρα ημερησίως, αρκούν για να επιδεινωθεί το πρόβλημα.

Τρόποι αντιμετώπισης της νόσου Buerger

Η διακοπή της χρήσης καπνού μπορεί να επιβραδύνει σημαντικά ή και να σταματήσει την εξέλιξη της πάθησης. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις απαιτούνται συμπληρωματικές θεραπευτικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων:

  • Φάρμακα που διαστέλλουν τα αγγεία, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ροής του αίματος
  • Σκευάσματα που βοηθούν στη διάλυση των θρόμβων αίματος
  • Συστηματική άσκηση βάδισης, που ενεργοποιεί με φυσικό τρόπο την κυκλοφορία στις άκρες των άκρων
  • Εφαρμογή διακοπτόμενης πίεσης στα χέρια ή τα πόδια για την τόνωση της μικροκυκλοφορίας (μεθοδολογία παλμικής συμπίεσης)
  • Νευρικός αποκλεισμός συμπαθητικού ή χειρουργική διατομή νεύρων με στόχο τη μείωση των αγγειόσπασμων στην προσβεβλημένη περιοχή
  • Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως όταν υπάρχει λοίμωξη ή γάγγραινα, μπορεί να είναι αναγκαία η αφαίρεση τμήματος ή ολόκληρου του προσβεβλημένου μέρους του σώματος, ως το μοναδικό μέσο για την πρόληψη της εξάπλωσης της λοίμωξης

Εξελίσσονται επίσης νεότερες ερευνητικές προσπάθειες γύρω από εναλλακτικές προσεγγίσεις θεραπείας. Κάποιοι ειδικοί εξετάζουν τη χρήση ορισμένων πρωτεϊνών, γνωστών και ως αυξητικοί παράγοντες, με σκοπό την επιτάχυνση της επούλωσης και την ανακούφιση του πόνου. Επιπλέον, διερευνάται και η χρησιμότητα των βλαστοκυττάρων, τα οποία έχουν τη δυνατότητα αυτοανανέωσης και συμβάλλουν στη δημιουργία νέων αιμοφόρων αγγείων.

Πρόγνωση της νόσου Buerger

Η εξέλιξη της νόσου εξαρτάται κυρίως από το αν διακόπτεται εντελώς η χρήση καπνού. Σύμφωνα με επιστημονικά δεδομένα, περίπου το 43% όσων συνεχίζουν να καπνίζουν ή να καταναλώνουν καπνό θα χρειαστεί να υποβληθούν σε ακρωτηριασμό των προσβεβλημένων άκρων εντός οκτώ ετών. Αντίθετα, όταν το κάπνισμα σταματά, το ποσοστό αυτό μειώνεται περίπου στο 6%. Σε περιπτώσεις όπου η διάγνωση τίθεται νωρίς και η διακοπή του καπνού είναι άμεση, η πιθανότητα ακρωτηριασμού πρακτικά εκμηδενίζεται.

Οι περισσότεροι ασθενείς αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προσπάθεια διακοπής του καπνίσματος. Σε τέτοιες περιστάσεις συνιστάται να συμβουλευτεί κανείς τον γιατρό του, ο οποίος μπορεί να προτείνει εξειδικευμένα προγράμματα ή κατάλληλες μορφές υποστήριξης, προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε ατόμου.

Τα σχόλια είναι κλειστά.