Αναφυλαξία (Αναφυλακτική αντίδραση): συμπτώματα, αιτίες, θεραπεία

Θα μάθετε
Η αναφυλαξία αποτελεί σοβαρή μορφή αλλεργικής αντίδρασης που μπορεί να εκδηλωθεί υπό διάφορες συνθήκες, ακόμη και αν κάποιος εκτεθεί στον αλλεργιογόνο μέσω της αναπνοής. Σε ορισμένα άτομα, η αλληλεπίδραση με λατέξ αρκεί, ενώ άλλοι εκδηλώνουν συμπτώματα από συνδυασμό συγκεκριμένων γύρεων και τροφίμων.
Πότε μπορεί να προκύψει αναφυλακτικό επεισόδιο
Ορισμένοι συνδυασμοί συχνά προκαλούν αναφυλαξία σε άτομα με ευαισθησία:
- Εισπνοή γύρης σημύδας και κατανάλωση μήλων, ακατέργαστης πατάτας, καρότων, σέλινου ή φουντουκιών
- Εισπνοή γύρης αρτεμισίας μαζί με κατανάλωση σέλινου, μήλων, φιστικιών ή ακτινιδίων
- Εισπνοή γύρης αρτεμισίας σε συνδυασμό με κατανάλωση πεπονιών ή μπανάνας
- Επαφή με λατέξ και κατανάλωση παπάγιας, κάστανων ή ακτινιδίων
Περιστασιακά, σωματική άσκηση που γίνεται λίγες ώρες μετά την κατανάλωση ορισμένων τροφών μπορεί να πυροδοτήσει αναφυλαξία, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις η σωματική δραστηριότητα μόνη της αρκεί, χωρίς εμφανή παράγοντα.
Εκδήλωση και παράγοντες κινδύνου
Τα συμπτώματα της αναφυλαξίας τυπικά εμφανίζονται γρήγορα, συνήθως μέσα σε λίγα λεπτά από την έκθεση στο αλλεργιογόνο, όμως ορισμένες φορές μπορεί να καθυστερήσουν έως και μία ώρα ή περισσότερο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αιτία παραμένει άγνωστη και τότε μιλάμε για ιδιοπαθή αναφυλαξία.
Τα άτομα που έχουν βιώσει ξανά αναφυλαξία κινδυνεύουν περισσότερο από επανάληψη και κάθε περιστατικό μπορεί να εξελιχθεί εντονότερα. Παράγοντες που επιπλέον συμβάλλουν στη μεγαλύτερη επικινδυνότητα είναι:
- Υφιστάμενες χρόνιας μορφής αλλεργίες
- Άσθμα
- Καρδιοπάθειες ή άλλες χρόνιες παθήσεις
- Μαστοκυττάρωση, δηλαδή αυξημένος αριθμός ορισμένων λευκών αιμοσφαιρίων στον οργανισμό
Διάγνωση και εξετάσεις
Εάν υπάρχει υποψία έντονης αλλεργίας ή έχει υπάρξει αναφυλακτική αντίδραση στο παρελθόν, απαιτείται αξιολόγηση από ιατρό. Ο ειδικός θα εξετάσει αν υπήρξαν συμπτώματα μετά την:
- Κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών
- Χρήση φαρμάκων
- Επαφή με λατέξ
- Τσίμπημα ή δάγκωμα εντόμου
Για να εντοπιστεί η πραγματική αιτία της αλλεργίας, μπορεί να χρειαστούν επιπλέον διαγνωστικά τεστ:
- Αιματολογικές εξετάσεις (γίνεται μέτρηση της τρυπτάσης, η οποία αυξάνεται στην αναφυλαξία και παραμένει υψηλή έως και τρεις ώρες μετά το επεισόδιο)
- Δερματικά τεστ για αναγνώριση ευαισθησίας σε τροφές, χημικές ουσίες ή άλλες ύλες
Ο θεράπων ιατρός ενδέχεται να συστήσει επιπλέον ελέγχους αν τα συμπτώματα μοιάζουν με άλλες παθήσεις.
Θεραπευτική αντιμετώπιση της αναφυλαξίας
Ο άμεσος και πιο αποτελεσματικός τρόπος διαχείρισης της αναφυλακτικής αντίδρασης είναι η χορήγηση αδρεναλίνης. Άτομα με ιστορικό αναφυλαξίας οφείλουν να φέρουν πάντοτε μαζί τους δύο δόσεις του φαρμάκου. Είναι απαραίτητο να ελέγχεται η ημερομηνία λήξης, ωστόσο σε περίπτωση ανάγκης, η χορήγηση συνιστάται ακόμα και με φάρμακο εκτός λήξης.
Παραδοσιακά, η αδρεναλίνη χορηγείται με ειδική σύριγγα στους μηριαίους μυς. Πλέον, διατίθεται και ρινικό σπρέι αδρεναλίνης κατάλληλο για άτομα με σωματικό βάρος άνω των 30 κιλών, το οποίο εφαρμόζεται απευθείας στο ρουθούνι. Και για τις δύο μορφές προτείνεται η ύπαρξη δύο δόσεων, ενώ ο ιατρός μπορεί να προτείνει σταδιακή εξοικείωση με τη νέα μορφή πριν την πλήρη αντικατάσταση της ένεσης.
Άμεση αντιμετώπιση και επιπλέον φροντίδα
Αν μετά τη χρήση αδρεναλίνης τα συμπτώματα υποχωρήσουν πλήρως, ίσως δεν είναι απαραίτητη η άμεση επίσκεψη σε τμήμα επειγόντων, αρκεί να υπάρχουν επιπλέον δόσεις στη διάθεση του ατόμου. Είναι απαραίτητη η επικοινωνία με γιατρό εάν:
- Η αντίδραση είναι ιδιαίτερα σοβαρή
- Τα συμπτώματα επιμένουν ή εντατικοποιούνται
- Υπάρχει επανεμφάνιση των συμπτωμάτων μετά από ύφεση
Υπό ιατρική παρακολούθηση, μπορεί να χρειαστεί χορήγηση επιπλέον δόσης αδρεναλίνης. Σε πιο δύσκολες περιπτώσεις τοποθετείται σωλήνας διαμέσου του στόματος ή της μύτης για τη διατήρηση της αναπνοής. Αν αυτό δεν επαρκεί, εφαρμόζεται τραχειοστομία ώστε να εξασφαλιστεί η διέλευση αέρα απευθείας στην τραχεία.
Κατά τη διάρκεια νοσηλείας μπορεί να χορηγηθεί οξυγόνο, να δοθούν υγρά ενδοφλεβίως, να χορηγηθούν αντιισταμινικά και στεροειδή για την αντιμετώπιση του οιδήματος, ενώ φάρμακα που χαλαρώνουν τους βρόγχους (βήτα-αγωνιστές) χρησιμοποιούνται για τη διευκόλυνση της αναπνοής. Συχνά ο ασθενής συστήνεται να παραμείνει υπό παρακολούθηση για μερικές ώρες ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει υποτροπή της αντίδρασης.
Μετά από ένα τέτοιο επεισόδιο είναι σημαντική η επίσκεψη σε αλλεργιολόγο, κυρίως όταν η αιτία παραμένει άγνωστη. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις ο ιατρός μπορεί να συστήσει θεραπείες απευαισθητοποίησης (ειδικές ενέσεις για μείωση της ευαισθησίας), ώστε μελλοντικά οι αντιδράσεις να είναι ηπιότερες ή να εκλείψουν.
Τρόποι πρόληψης της αναφυλαξίας
Η καλύτερη μέθοδος πρόληψης είναι η ακριβής γνώση της αλλεργίας και η αποφυγή έκθεσης. Ωστόσο, συνίσταται η λήψη επιπλέον μέτρων:
- Χρησιμοποιήστε ιατρικό αναγνωριστικό (βραχιόλι ή μενταγιόν) ώστε όσοι βρίσκονται κοντά σας να γνωρίζουν τον κίνδυνο και να μπορούν να ταυτοποιήσουν την κατάσταση σε περίπτωση επεισοδίου
- Έχετε πάντα μαζί σας τα απαραίτητα φάρμακα, με τη σχετική καθοδήγηση του γιατρού αναφορικά με το τι απαιτείται να έχετε διαρκώς διαθέσιμο
- Ενημερώστε όλους τους ιατρούς, τους οδοντιάτρους και τους λοιπούς επαγγελματίες υγείας για την αλλεργία και την επικινδυνότητα ώστε να αποφευχθεί η έκθεση σε αλλεργιογόνα
- Σε περιπτώσεις αλλεργίας λόγω τσιμπήματος εντόμων, φορέστε προστατευτικά ρούχα, αποφεύγετε έντονες οσμές ή λαμπερά χρώματα που προσελκύουν τα έντομα, και αν πλησιάσει έντομο, μείνετε ήρεμοι και απομακρυνθείτε χωρίς βιαστικές κινήσεις
- Σε τροφικές αλλεργίες, διαβάζετε με προσοχή τις ετικέτες των προϊόντων, ενημερωθείτε για τα συστατικά σε εστιατόρια ή σε σπίτια τρίτων, και ενημερώστε τους οικείους και τους φίλους σας για τον κίνδυνο
Ακόμη και με όλες τις προφυλάξεις, η έκθεση σε αλλεργιογόνα δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως. Είναι κρίσιμο να υπάρχει σαφές σχέδιο δράσης και εκπαίδευση των συγγενών ή κοντινών προσώπων για άμεση αντίδραση στην εκδήλωση συμπτωμάτων.
Επιπλοκές της αναφυλαξίας
Πολύ σοβαρή αναφυλακτική αντίδραση μπορεί να απειλήσει τη ζωή, προκαλώντας είτε απόφραξη των αεραγωγών είτε καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Ο κίνδυνος αυτός είναι ιδιαίτερα αυξημένος σε άτομα με ιστορικό άσθματος, καρδιοπάθειες ή πνευμονικές παθήσεις. Η κατανόηση των πρώτων σημαδιών και η γνώση της σωστής αντίδρασης συμβάλλουν σημαντικά στην πρόληψη επιπλοκών.








