Νεφρικές παθήσεις: Αιτίες, συμπτώματα, θεραπεία και πρόληψη

Θα μάθετε
Το αλκοόλ επηρεάζει σημαντικά την υγεία των νεφρών, καθώς αυτοί οι ζωτικοί οργανισμοί φιλτράρουν και απομακρύνουν τοξικές ουσίες – μεταξύ των οποίων και το αλκοόλ – από το αίμα. Η συχνή ή υπερβολική κατανάλωση οδηγεί σε αυξημένο φόρτο για τους νεφρούς, καθιστώντας τη λειτουργία τους πιο απαιτητική.
Πώς το αλκοόλ επιβαρύνει τα νεφρά
Μία από τις πιο επικίνδυνες καταστάσεις είναι η λήψη μεγάλης ποσότητας αλκοόλ σε σύντομο χρονικό διάστημα. Για τις γυναίκες, αυτό αντιστοιχεί περίπου σε τέσσερα ποτά μέσα σε δύο ώρες, ενώ στους άντρες σε πέντε. Αυτή η τακτική μπορεί να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια, δηλαδή σε απότομη μείωση της λειτουργίας των νεφρών που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες.
Η μακροχρόνια και συστηματική κατανάλωση αλκοόλ αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης χρόνιας νεφροπάθειας. Ακόμη και η πρόσληψη δύο αλκοολούχων ποτών ημερησίως έχει συνδεθεί με αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση – παράγοντας που ευθύνεται συχνά για βλάβες στα νεφρά. Επιπρόσθετα, το αλκοόλ διαταράσσει ορμονικές διαδικασίες που υποστηρίζουν την ομαλή λειτουργία των νεφρών.
Συμπτώματα νεφρικών παθήσεων
Οι νεφροί μπορούν να αντισταθμίσουν τις πρώιμες αλλοιώσεις για μεγάλη περίοδο, με αποτέλεσμα τα συμπτώματα να εμφανίζονται συνήθως σε προχωρημένο στάδιο της νόσου. Αν εκδηλωθούν τα εξής σημάδια, απαιτείται άμεση προσοχή:
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Συνεχής αίσθηση κόπωσης και αδυναμίας
- Ναυτία ή έμετος
- Έλλειψη ενδιαφέροντος και μείωση της ικανότητας συγκέντρωσης
- Μειωμένη όρεξη ή αίσθηση μεταλλικής γεύσης στη στοματική κοιλότητα
- Διαταραχές του ύπνου
- Μυϊκές συσπάσεις ή κράμπες
- Οιδήματα, κυρίως στα κάτω άκρα ή στους αστραγάλους
- Επίμονος κνησμός
- Δύσπνοια, εξαιτίας συσσώρευσης υγρών στους πνεύμονες
- Θωρακικός πόνος, όταν υγρά συγκεντρώνονται γύρω από την καρδιά
Διάγνωση νεφρικής νόσου
Κατά την αρχική αξιολόγηση, ο ιατρός συλλέγει πληροφορίες σχετικά με το ιστορικό υγείας, τα φάρμακα που λαμβάνει ο ασθενής και τις μεταβολές στις συνήθειες ούρησης, καθώς και διενεργεί φυσική εξέταση.
Για ολοκληρωμένη διάγνωση, μπορεί να απαιτηθούν:
- Εξετάσεις αίματος για την εκτίμηση των επιπέδων τοξικών ουσιών
- Εργαστηριακές αναλύσεις ούρων για τη διαπίστωση διαταραχών στη νεφρική λειτουργία
- Απεικονιστικές εξετάσεις, όπως υπερηχογράφημα
- Βιοψία νεφρού με λήψη ιστού για μικροσκοπική ανάλυση
Επιλογές θεραπείας
Ενώ ορισμένες μορφές νεφρικής νόσου είναι αναστρέψιμες, η χρόνια νεφροπάθεια δεν θεραπεύεται, αλλά η σωστή διαχείριση μπορεί να καθυστερήσει την επιδείνωση και να μετριάσει τα συμπτώματα. Η θεραπευτική προσέγγιση εξαρτάται από το αίτιο – για παράδειγμα, ο σακχαρώδης διαβήτης ή η υπέρταση απαιτούν εξειδικευμένες θεραπείες.
Συχνά χορηγούνται αντιυπερτασικά σκευάσματα και γίνεται ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα όπου αυτό χρειάζεται. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να συνταγογραφηθούν φάρμακα που ενισχύουν την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων για την αντιμετώπιση της αναιμίας. Σε βαριά νεφρική ανεπάρκεια, ενδέχεται να απαιτηθεί η έναρξη αιμοκάθαρσης ή να εξεταστεί η δυνατότητα μεταμόσχευσης νεφρού.
Φάρμακα για ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης
Στα πλαίσια της νεφρικής νόσου, παρατηρείται συχνά άνοδος της αρτηριακής πίεσης. Ο γιατρός μπορεί να χορηγήσει φάρμακα από τις ακόλουθες κατηγορίες:
- Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (π.χ. καπτοπρίλη, εναλαπρίλη, λισινοπρίλη)
- Αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (π.χ. ιρβεσαρτάνη, λοσαρτάνη, βαλσαρτάνη, ολμεσαρτάνη)
Τα συγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα εκτός του ότι διατηρούν σταθερή την πίεση, συνεισφέρουν στη μείωση του περιεχομένου σε πρωτεΐνες στα ούρα, μειώνοντας έτσι τον περαιτέρω κίνδυνο βλάβης στους νεφρούς. Επίσης, νεώτερα φάρμακα για τον διαβήτη όπως η δαπαγλιφλοζίνη και η εμπαγλιφλοζίνη καθυστερούν την επιδείνωση της χρόνιας νεφροπάθειας ακόμη και σε μη διαβητικά άτομα.
Για την αντιμετώπιση της αναιμίας, όταν οι νεφροί δεν παράγουν αρκετή ερυθροποιητίνη, μπορεί να δοθούν ειδικά σκευάσματα που ενισχύουν την παραγωγή αιμοσφαιρίων.
Φάρμακα που πρέπει να αποφεύγονται
Σε άτομα με νεφρικές παθήσεις είναι αναγκαίο να συμβουλεύονται τον ιατρό πριν λάβουν οποιοδήποτε φάρμακο, ακόμα και αυτά που χορηγούνται χωρίς συνταγή. Ορισμένα παυσίπονα, κυρίως τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη όπως η ιβουπροφαίνη, η ναπροξένη ή η σελεκοξίμπη, επιβαρύνουν τους νεφρούς επιπρόσθετα. Υπάρχουν επίσης φάρμακα κατά της γαστρικής οξύτητας, κυρίως οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων, που ενοχοποιούνται για αύξηση του κινδύνου νεφρικών διαταραχών. Πρέπει να συζητηθεί με τον γιατρό η αναγκαιότητα λήψης αυτών των φαρμάκων, ενδεχόμενη μείωση της δοσολογίας ή η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.
Επιπλέον, προτείνεται να αποφεύγονται συμπληρώματα διατροφής ή φυτικά σκευάσματα που μπορεί να καταπονήσουν περισσότερο τους νεφρούς ή να δημιουργήσουν αλληλεπιδράσεις με φάρμακα.
Διατροφή και νεφρικές παθήσεις
Σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας συστήνεται ειδικό διατροφικό πλάνο. Συνήθως, προτείνεται περιορισμός στην πρόσληψη αλατιού, πρωτεϊνών, καλίου και φωσφόρου, ώστε να μειωθεί η επιβάρυνση των νεφρών και να διευκολυνθεί η απομάκρυνση αυτών των συστατικών από τον οργανισμό.
Σε ορισμένες περιπτώσεις περιορίζεται και η ποσότητα υγρών, ανάλογα με τις ανάγκες. Εξειδικευμένος διαιτολόγος με εμπειρία στις νεφρικές νόσους μπορεί να διαμορφώσει κατάλληλο διατροφολόγιο. Ο γιατρός μπορεί επίσης να συνταγογραφήσει συμπληρώματα βιταμινών ή ανόργανων στοιχείων, όπως για παράδειγμα ασβέστιο και βιταμίνη D.
Για όσους πάσχουν ταυτόχρονα από διαβήτη ή υπέρταση, κρίνεται απαραίτητη η αυστηρή τήρηση των διαιτητικών οδηγιών: ο έλεγχος των τιμών σακχάρου είναι βασικός στον διαβήτη, ενώ στους υπερτασικούς η μείωση της πρόσληψης άλατος παίζει καθοριστικό ρόλο.
Επιλογές αιμοκάθαρσης
Όταν οι νεφροί δεν επαρκούν στη λειτουργία απομάκρυνσης των τοξινών, τη διαδικασία αυτή αναλαμβάνει η αιμοκάθαρση. Υπάρχουν δύο βασικές μέθοδοι: η αιμοκάθαρση και η περιτοναϊκή κάθαρση.
Στην αιμοκάθαρση, το αίμα καθαρίζεται μέσω ειδικής συσκευής. Απαιτείται χειρουργική δημιουργία πρόσβασης σε αιμοφόρο αγγείο, συνήθως στην περιοχή του αγκώνα (δημιουργείται φίστουλα). Αν δεν υπάρχει χρόνος προετοιμασίας, χρησιμοποιείται τεχνητή γέφυρα (γκαφτ) ή προσωρινός καθετήρας σε φλέβα του τραχήλου. Η διαδικασία διαρκεί μερικές ώρες και μπορεί να διεξάγεται είτε σε κέντρο αιμοκάθαρσης είτε στο σπίτι του ασθενούς. Υπάρχουν περιπτώσεις που η αιμοκάθαρση πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της νύχτας ή πιο συχνά αλλά συντομότερα, ανάλογα με τις ανάγκες.
Στην περιτοναϊκή κάθαρση, χρησιμοποιείται το περιτόναιο, δηλαδή ο υμένας της κοιλιάς, για την απομάκρυνση των παραπροϊόντων από το σώμα. Ο ασθενής υποβάλλεται σε χειρουργική τοποθέτηση καθετήρα στην κοιλιακή χώρα, μέσα από τον οποίο διοχετεύεται το υγρό της κάθαρσης. Αυτό απορροφά τις τοξίνες και μετά από λίγες ώρες αφαιρείται. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέσα στην ημέρα και μπορεί να εκτελείται είτε χειροκίνητα είτε με τη βοήθεια ειδικών μηχανημάτων κατά τη διάρκεια του ύπνου. Και οι δύο μορφές αιμοκάθαρσης ενέχουν κινδύνους, για αυτό και η επιλογή πρέπει να γίνεται σε συνεννόηση με τον θεράποντα.
Δυνατότητες μεταμόσχευσης νεφρού
Όταν δεν είναι δυνατή η ανάκτηση της νεφρικής λειτουργίας, μία από τις πλέον αποτελεσματικές μεθόδους βελτίωσης της καθημερινής ζωής είναι η μεταμόσχευση νεφρού. Ο δότης μπορεί να είναι συγγενής, μη συγγενικό πρόσωπο ή αποβιώσας. Για τη διαδικασία της μεταμόσχευσης απαιτείται προετοιμασία και σε αρκετές περιπτώσεις αναμονή μέχρι να βρεθεί κατάλληλος νεφρός.
Η μεταμόσχευση δίνει τη δυνατότητα να σταματήσει η εξάρτηση από την αιμοκάθαρση, ωστόσο ο λήπτης θα πρέπει να λαμβάνει εφ’ όρου ζωής ανοσοκατασταλτική αγωγή, προκειμένου να αποτραπεί η απόρριψη του οργάνου. Οι ζώντες δότες προσφέρουν νεφρούς που λειτουργούν για 12 έως 20 χρόνια, ενώ τα μοσχεύματα από αποβιώσαντες διατηρούνται για 8 έως 12 χρόνια περίπου. Η συγκεκριμένη θεραπεία δεν ενδείκνυται σε όλους – το αν θα διεξαχθεί εξαρτάται από συνοδά προβλήματα υγείας, ηλικία και προσωπικές ιδιαιτερότητες.
Συνοπτική ανασκόπηση
Η υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης συγκαταλέγονται στις συχνότερες αιτίες χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας. Η ασθένεια αυτή μπορεί να μην προκαλέσει συμπτώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα, γι’ αυτό είναι κρίσιμο να πραγματοποιούνται τακτικοί έλεγχοι αίματος και ούρων, ειδικά σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο. Σε προχωρημένο στάδιο απαιτείται ενίοτε θεραπεία με αιμοκάθαρση ή μεταμόσχευση νεφρού.








