Εμβόλιο Ζώντα Αδενοϊού Τύπου 4 και 7: Χρήση και Παρενέργειες

0
67

Το εμβόλιο ζωντανών στελεχών αδενοϊού τύπου 4 και 7 αποτελεί από του στόματος σκεύασμα για την πρόληψη οξέων λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος που προκαλούνται από στελέχη των αντίστοιχων τύπων του αδενοϊού. Η χορήγησή του γίνεται βάσει ιατρικών οδηγιών κυρίως σε ενήλικες συγκεκριμένων ηλικιακών ομάδων που θεωρούνται υψηλού κινδύνου για τις προαναφερθείσες λοιμώξεις.

Πότε προτείνεται ο εμβολιασμός

Το εμβόλιο ζωντανών τύπων 4 και 7 του αδενοϊού στοχεύει στη μείωση της συχνότητας εμπύρετων λοιμώξεων του αναπνευστικού που προκαλούνται από αυτούς τους ιούς. Η χρήση του συνιστάται κυρίως σε άτομα ηλικίας 17 έως 50 ετών με αυξημένο κίνδυνο έκθεσης, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα όπου συνυπάρχουν πολλά άτομα.

Τρόπος χορήγησης του εμβολίου

  • Το εμβόλιο λαμβάνεται από το στόμα και περιλαμβάνει δύο δισκία διαλυτά στο στομάχι, με το καθένα να περιέχει αντίστοιχα τους τύπους 4 και 7 του αδενοϊού.
  • Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με νερό, χωρίς να μασούνται ή να θρυμματίζονται, καθώς αυτό θα μπορούσε να απελευθερώσει τον ιό στην ανώτερη αναπνευστική οδό.
  • Σε περιπτώσεις έντονου εμέτου ή διάρροιας, ο εμβολιασμός συστήνεται να αναβάλλεται έως την πλήρη ανάρρωση.

Δοσολογία και ισχύς

Κάθε εμβολιασμός περιλαμβάνει τη λήψη ενός δισκίου για τον τύπο 4 και ενός δισκίου για τον τύπο 7 του αδενοϊού.

Πότε δεν επιτρέπεται η χρήση του εμβολίου

  • Το εμβόλιο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εγκυμοσύνη.
  • Δεν χορηγείται σε άτομα με υπερευαισθησία π.χ. μετά από αναφυλακτική αντίδραση σε κάποιο συστατικό του εμβολίου.
  • Δεν ενδείκνυται για όσους αδυνατούν να καταπιούν ολόκληρο το δισκίο, όπως μικρά παιδιά ή άτομα με δυσκολία στην κατάποση.

Προειδοποιήσεις και μέτρα προφύλαξης

  • Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα σε άτομα με συγγενή ή επίκτητη ανοσοανεπάρκεια.
  • Το εμβόλιο μπορεί να εκκριθεί στα κόπρανα έως και 28 ημέρες μετά τη χορήγηση, γεγονός που ενέχει κίνδυνο μετάδοσης σε άλλους, ιδιαίτερα σε παιδιά μικρής ηλικίας, έγκυες ή άτομα με χαμηλό ανοσοποιητικό.
  • Η σχολαστική τήρηση της υγιεινής συμβάλλει στη μείωση της διάδοσης του ιού.
  • Μετά τον εμβολιασμό, συνιστάται στις γυναίκες να αποφεύγουν τη σύλληψη για τουλάχιστον 6 εβδομάδες.

Πιθανές παρενέργειες

Σε κλινικές μελέτες έχουν παρατηρηθεί συχνά, δηλαδή σε τουλάχιστον 1 στους 20 εμβολιασμένους, τα εξής ανεπιθύμητα συμβάματα:

  • φλεγμονή ανώτερου αναπνευστικού συστήματος,
  • κεφαλαλγία,
  • συμφόρηση ρινός,
  • πόνος στον λαιμό ή στις φωνητικές χορδές,
  • βήχας,
  • αρθραλγία,
  • ναυτία,
  • κοιλιακό άλγος,
  • διάρροια,
  • έμετος.

Σε σπανιότερες περιπτώσεις διαπιστώθηκαν πιο σοβαρά φαινόμενα όπως παρουσία αίματος στα ούρα, φλεγμονή του στομάχου, πνευμονία ή άλλες διαταραχές του πεπτικού ή του αναπνευστικού συστήματος. Σε καμία περίπτωση δεν διακόπηκε η συμμετοχή στις μελέτες λόγω παρενεργειών.

Άλλα σημαντικά στοιχεία

Στη σύνθεση του εμβολίου περιλαμβάνεται πολύ μικρή ποσότητα ανθρώπινης λευκωματίνης ορού, προερχόμενης από αίμα δότη. Οι αυστηρές διαδικασίες ελέγχου ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο μετάδοσης ιών ή άλλων σοβαρών λοιμώξεων.

Σε ποιες περιπτώσεις απαιτείται επιπλέον προσοχή

Μετά τη λήψη του εμβολίου, πρέπει να αποφεύγεται η στενή επαφή με παιδιά έως 7 ετών, με άτομα μειωμένης άμυνας ή με εγκύους για διάστημα ενός μήνα.

Τα σχόλια είναι κλειστά.